Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Ρομ ή Τσιγγάνοι


Από την εθνική ομοιογένεια στην πολυπολιτισμικότητα

του Τσιμπλούλη Γεράσιμου


Στον κυρίαρχο δημόσιο λόγο των καιρών μας συνεχίζεται από μία μερίδα συμπολιτών μας να προβάλλεται η εικόνα μιας Ελλάδας εθνικά ομογενούς και ομοιογενούς. Οι ελληνικές διοικήσεις κατάφεραν να ενσωματώσουν στον εθνικό κορμό τις σημαντικότερες μερίδες μη ελληνόφωνων ή μη ορθόδοξων πληθυσμών, κατά κανόνα με επιτυχία. Στην Ελλάδα υπάρχει μόνο η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης που απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα τα οποία προβλέπονται από τη συνθήκη της Λοζάννης.
Η ένταξη της χώρας μας στην οικογένεια της Ε.Ε και οι θεμελιώδεις αλλαγές που οφείλονται σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και σε συγκεκριμένα ιστορικά αίτια, οδήγησαν την Ελλάδα σε κοινωνικούς μετασχηματισμούς και της προσδίδουν σήμερα τον χαρακτήρα μιας πολυπολιτισμικής χώρας.
Ο σύγχρονος κόσμος μας υπαγορεύει να δεχόμαστε νέες μορφές ετερότητας.
Στις παρυφές της πόλης
Κινούνται ελάχιστα ανάμεσά μας, τους συναντάμε συνήθως στη λαϊκή. Τα κοινωνικά στερεότυπα έχουν δημιουργήσει την εικόνα του άλλου. Είναι αυτοί που δε θέλουν να αφομοιωθούν, στήνουν καβγάδες, είναι όλο κλάψα και όλο δώσε. Ζουν στις παρυφές της πόλης, πάνω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, δίπλα στον Ξηριά. Είναι οι Γύφτοι που ζουν σε παράγκες ή σε πολυτελείς διώροφες κατοικίες.
Τα παιδιά των Ρόμ στο ελληνικό σχολείο
Μέσα από επιτόπια έρευνα που έγινε το 1995 εξήχθησαν ορισμένα συμπεράσματα.
α) Τα τσιγγανόπουλα δε γράφονται στις περισσότερες περιπτώσεις, σε κανονική ηλικία.
β) Διακόπτουν τη φοίτησή τους ή κάνουν πολλές απουσίες.
γ) Υστερούν σε παραστάσεις σε σχέση με τα ίδιας ηλικίας «μπαλαμό».
δ) Ραγδαία μείωση του δυναμικού των τσιγγανόπαιδων όσο ανεβαίνουμε τις τάξεις.
ε) Δεν έρχονται σχολείο γιατί εργάζονται. Η εργασία είναι το μοναδικό μέσο για την επιβίωσή τους, το διεκδικούν ως πρωταρχικό δικαίωμα που τους παρέχει έναν ελάχιστο βαθμό αξιοπρέπειας.
Η έρευνά μας επαναλήφθηκε το Φεβρουάριο του 2006. Πόσο όμως διαφοροποιείται το χθες με το σήμερα; Μήπως τα τσιγγανόπουλα θα είναι οι αυριανοί λειτουργικά αναλφάβητοι αποκομμένοι από τις διαδικασίες της «Δια βίου μάθησης»; Ο ρατσισμός πόσο εμποδίζει;
Ρατσισμός
Ο όρος ράτσα ή φυλή χρησιμοποιείται για να υποδουλώσει ανθρώπινες ομάδες που παρουσιάζουν τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά, όπως χρώμα δέρματος, διαστάσεις κρανίου, χαρακτηριστικά προσώπου, και άλλα. Μερικές φορές, σε μερικά χαρακτηριστικά μιας φυλής αποδίδονται ανύπαρκτοι ψυχολογικοί και ηθικοί χαρακτήρες. Με βάση αυτές τις λανθασμένες προϋποθέσεις, μερικές φυλές θεωρούνται ανώτερες και άλλες κατώτερες, δικαιολογώντας έτσι την κυριαρχία των μεν επί των δε. Ο ρατσισμός εκδηλώνεται απέναντι σε ομάδες που θεωρούνται μειονοτικές. Το πρόβλημα των μειονοτήτων στην Ευρώπη κάνει την εμφάνισή του στις αρχές του 19ου αιώνα
Ο ορισμός που χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει το φαινόμενο αυτό, είναι ο ορισμός που πρότεινε το 1945 ο κοινωνιολόγος Louis Wirth «μειονότητα αποτελεί κάθε ομάδα ατόμων που, λόγω της ύπαρξης ορισμένων χαρακτηριστικών φυσικών ή πολιτισμικών, βλέπει να της συμπεριφέρονται διαφορετικά και μάλιστα χειρότερα από ό,τι στα άλλα μέλη της κοινωνίας στη οποία ζει, οπότε θεωρεί ότι αποτελεί αντικείμενο συλλογικής διάκρισης.» Δεν αρκεί όμως να είναι κάποιοι λιγότεροι σε αριθμό για να αποτελέσουν μειονότητα. Το κοινωνικό και το ιστορικό πλαίσιο είναι εκείνο που γεννά τη μειονοτική συνείδηση σε μια ομάδα.
Ορισμένοι μιλούν στις ημέρες μας για την εμφάνιση ενός πολιτισμικού ρατσισμού. Ο ρατσισμός που υπάρχει απέναντι στους Τσιγγάνους, μπορούμε να δεχτούμε πως ξεκινά από την πολιτισμική διαφορετικότητα που υπάρχει. Ο τρόπος ζωής και συμπεριφοράς των Τσιγγάνων, τα ήθη και τα έθιμα, οι αξίες που διέπουν τη ζωή τους, οδηγεί τους εκπροσώπους της κουλτούρας της πλειοψηφίας να θεωρούν αυτή την πολιτισμική διαφορετικότητα, ως κατωτερότητα. Οδηγούμαστε δυστυχώς σε προκαταλήψεις, διακρίσεις που ωθούν τους Τσιγγάνους στην απομόνωση και τη γκετοποίηση. Στις μέρες μας ο πολιτικός λόγος έρχεται να δώσει μια νέα διάσταση στη θέση της ελληνικής πολιτικής απέναντι στους Ρομά. Μιας πολιτικής που στη βάση της είναι μεν θετική, αλλά απέχει ακόμα πολύ από την πραγματικότητα που βιώνουν οι Τσιγγάνοι.

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Ε.Α.Α.


Περιβαλλοντική Εκπαίδευση

Εκπαίδευση για την Αειφορία

του Τσιμπλούλη Γεράσιμου
Δάσκαλου –μέλους της Π.Ο. του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας


Το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι « τι αυτό που δημιουργεί την περιβαλλοντική κρίση;»
Ο συγγραφέας Μακ Κίμπεν μίλησε για «το τέλος της φύσης», γατί ο σημερινός άνθρωπος της Δύσης αντιμετωπίζει τη φύση με τη διαμεσολάβηση της ανθρώπινης τεχνολογίας. Τα επιτεύγματα της δυτικής κοινωνίας στηρίζονται και στη δραστική μείωση της υποταγής του ανθρώπου στις δυνάμεις και στους περιορισμούς της φύσης. Ακόμα και σε εκείνα τα μέρη του κόσμου όπου η παραδοσιακή σχέση συνύπαρξης με τη φύση είναι αισθητή, η ίδια η φύση επηρεάζεται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι ντόπιοι κάτοικοι των τροπικών δασών του Αμαζονίου βλέπουν το φυσικό τους περιβάλλον να αλλάζει από τις αναπτυξιακές πολιτικές. Οι παραδοσιακοί ψαράδες του Ειρηνικού βλέπουν τα αλιεύματά τους να λιγοστεύουν εξαιτίας της «σύγχρονης» αλιείας που επιβάλλουν οι ανεπτυγμένες χώρες. Οι αγροτικές πεδινές εκτάσεις του Μπάνγκλα Ντες, καταστράφηκαν από πλημμύρες στις αρχές του 1991. Αιτία του κακού οι καθοδηγούμενες από τη Δύση τακτικές αποξήρανσης και τα διάφορα αναπτυξιακά προγράμματα που προκάλεσαν διαβρώσεις στα ορεινά.. Η φύση δεν είναι πια αυτό που ήταν.
Και εμείς πώς απαντάμε σ’ αυτές τις περιβαλλοντικές προκλήσεις;
Μένουμε σε διαπιστώσεις και σε προτάσεις ή οραματιζόμαστε προηγούμενες κοινωνίες που υποτίθεται ότι βρίσκονταν σε μεγαλύτερη επαφή και αρμονία με τη φύση;
Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτή η άποψη για το παρελθόν ενισχύεται από το πρίσμα υπό το οποίο κοιτάζουμε συνήθως την Ιστορία. Έτσι όταν μελετούμε προηγούμενους πολιτισμούς, τείνουμε να ερμηνεύσουμε την πορεία τους και την κατάρρευσή τους με πολιτικούς και οικονομικούς όρους. Ωστόσο σήμερα έρχονται στο φως της δημοσιότητας μελέτες που εξηγούν την καταστροφή πολιτισμών με οικολογικούς βασικά παράγοντες.
Κατά τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους ο άνθρωπος φαίνεται να υποτάσσεται στη φύση, η οποία ταυτίζεται με το θείο και προσπαθεί να δώσει ερμηνείες στις απορίες του με τους μύθους. Και όμως τα περιβαλλοντικά προβλήματα υπήρχαν ως απόρροια της ανθρώπινης δράσης.
Οι Σέιμουρ και Τζιραρντέ (1990) υποστηρίζουν πως σημαντικοί οικολογικοί παράγοντες βρίσκονται πίσω από την καταστροφή του Μινωικού πολιτισμού. «…Ο πληθυσμός των Κρητών ήταν πολύ μεγάλος κατά τη Μινωική Εποχή. Η Κρήτη έκανε εξαγωγές τροφίμων εκείνο τον καιρό: ο χρυσός, ο χαλκός, οι πολύτιμοι λίθοι και άλλες πολύτιμες πρώτες ύλες που βρέθηκαν σε αφθονία χάρη στις ανασκαφές αγοράστηκαν όλες χάρη στην εξαγωγή τροφίμων. Οι Κρήτες της Μινωικής Εποχής έχασαν την καλλιεργήσιμη γη τους και αυτό αποδυνάμωσε και εντέλει κατέστρεψε τον πολιτισμό τους. Η ηφαιστειακή έκρηξη της Θήρας ήταν μόνο η χαριστική βολή».
Επίσης την εποχή της ναυπήγησης της Αργούς τα κυπαρισσοδάση του νότιου Αιγιακού χώρου έτειναν να εξαφανιστούν λόγω της ληστρικής εκμετάλλευσής τους από τους Μινωίτες και τους Μυκηναίους. Έτσι οι ναυπηγοί της εποχής αναγκάστηκαν να στραφούν σε άλλες πηγές ναυπηγικής ξυλείας.
Το 17ο και 18ο αιώνα ο Διαφωτισμός οδηγεί τον άνθρωπο να θεωρηθεί πως η δημιουργία του κόσμου, η φύση υπάρχει για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του. Είναι η κορυφή της πυραμίδας. Στη συνέχεια ο Ρουσσώ με το έργο του μας παραπέμπει σε μια βουκολική και φυσιολατρική σχέση με το περιβάλλον. Υπάρχει ένας θαυμασμός στη σοφία των πρακτικών των αγροτικών πληθυσμών των ιθαγενών.
Όμως η θεωρία του Δαρβίνου θα περάσει και στις κοινωνικές επιστήμες, ώστε να έχουμε ιδέες της εξέλιξης και της "επιβίωσης των ανταγωνιστικότερων" κοινωνιών. Οι πολιτισμοί ιεραρχούνται σε κατώτερους και ανώτερους. Αυτή η θεώρηση συνεχίζει να υπάρχει ως τις μέρες μας, όπου η υπεροχή του δυτικού πολιτισμού, ως σκέψη, ως σύστημα αξιών και ως τρόπος ζωής επιβάλλεται σε όλο τον πλανήτη.
Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε πως σ’ αυτή την ιστορική διαδρομή ο άνθρωπος και η φύση έχουν μια διαλεκτική σχέση. Ο άνθρωπος προσπαθεί να κατανοήσει, να τιθασεύσει, να υποτάξει, να μιμηθεί τη φύση, ενυπάρχοντας όμως αντικρουόμενες απόψεις, από τη μια ο άνθρωπος κυρίαρχος της φύσης και από την άλλη μέρος αυτής.
Η μελέτη αυτή μας οδηγεί σε δυο σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον καταρρίπτεται κάθε υπέρμετρη ρομαντική άποψη για το πόσο καλή ήταν η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον στο παρελθόν. Δεν είμαστε λοιπόν οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε οικολογικά προβλήματα. Αυτό δεν πρέπει να μας καθησυχάζει, γιατί οδηγούμαστε στο δεύτερο συμπέρασμα πως τα οικολογικά προβλήματα μπορούν να συντελέσουν στην κατάρρευση πολιτισμών και στον αφανισμό ολόκληρων κοινωνιών.
Οι οικολογικές ομάδες έπαιξαν το μεγαλύτερο ρόλο για να έλθουν στο προσκήνιο τα Πράσινα ζητήματα, δεν ήρθαν όμως σε απότομες ρήξεις με τις τρέχουσες κοινωνικές συμβάσεις. Δεν προχώρησαν σε κριτική της βασικά καπιταλιστικής «βιομηχανικής κουλτούρας» μας.
Απέναντι στον πράσινο καταναλωτισμό που ουσιαστικά δεν αλλάζει τον τρόπο της ζωής μας, μερικοί οικολόγοι συγκρότησαν μια νέα συνεκτική και ριζοσπαστική Πράσινη σκέψη. Η Πράσινη ιδεολογία θέτει μια πρόκληση σε πολλά από τα αξιώματα του Διαφωτισμού που επικρατούν στην κοινωνία μας. Αμφισβητεί την αφοσίωσή μας στην οικονομική ανάπτυξη και στην υλική πρόοδο. Εξαίρει τη λιτότητα και την αυτοσυγκράτηση. Ευνοεί τον ολισμό έναντι του ατομικισμού. Όλη η φύση δικαιούται τον ίδιο ηθικό σεβασμό που μέχρι τώρα κατέχει ο άνθρωπος.
Οι Πράσινοι παίρνουν στα σοβαρά τα οικολογικά μας προβλήματα. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα για να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας και πρώτων υλών και να ελαττωθεί δραστικά η ρυπογόνα συμπεριφορά μας. Κατά την άποψή τους, πρέπει να μειώσουμε τις απαιτήσεις μας για τα υλικά αγαθά και να μάθουμε να απολαμβάνουμε πιο απλούς και βιώσιμους τρόπους ζωής. Οφείλουμε να προχωρήσουμε στην αποκέντρωση των κοινωνιών μας και να μάθουμε να ζούμε κυρίως με τους πόρους του τόπου μας.
Ενώ η πράσινη σκέψη φαίνεται πως είναι ο μονόδρομος για τη λύση της περιβαλλοντικής κρίσης απέτυχε ως πολιτική πρακτική.
Σήμερα στις κοινωνικές επιστήμες τείνει να επικρατήσει η αντίληψη πως η φύση δεν είναι μια αιώνια και αναλλοίωτη ουσία έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. Ιδιαίτερα η Κοινωνική Ανθρωπολογία προωθεί μια διαλεκτική αντίληψη για τη σχέση φύσης και πολιτισμού. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και η εξέλιξή του πραγματοποιείται διαμέσου των αντενεργειών του με αυτήν. Η κοινωνικοποίηση της φύσης και ο συνεχής διάλογος με τον πολιτισμό επηρεάζουν τις ίδιες τις λειτουργίες της (Νιτσιάκος 1991). Στη φύση λοιπόν είναι ενσωματωμένη η ιστορία της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η προστασία του περιβάλλοντος λοιπόν δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνικό και πολιτικό αλλά και θέμα πολιτισμού. Η διαμόρφωση στάσεων και αξιών για την προστασία και την αειφορική του διαχείριση περνά μέσα από την εκπαίδευση. Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση δε πρέπει να στοχεύει μόνο στην ενημέρωση και στην ευαισθητοποίηση για τα μείζονα περιβαλλοντικά προβλήματα αλλά και στην υιοθέτηση μιας πολιτικής που θα οδηγεί σε σοφές και δίκαιες αποφάσεις για τη χρήση των παγκόσμιων φυσικών πόρων. Η δικαιοσύνη απέναντι στις επερχόμενες γενιές απαιτεί μια πιο σφικτή πολιτική για το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, όπου συνεπάγεται θυσίες από τις σημερινές γενιές στα πλούσια έθνη. Ο σημερινός δυτικός τρόπος σκέψης και ζωής δεν εγγυάται προς το παρόν μια ισορροπία και αρμονία των ανθρώπινων δράσεων και της φύσης. Το κυρίαρχο μεταβιομηχανικό πνεύμα της υλικής αφθονίας παραμένει στη θέση, πως ο κόσμος δημιουργήθηκε για τον άνθρωπο. Η βίωση στην καθημερινότητά μας προβλημάτων που εστιάζονται στο περιβάλλον μας οδηγεί σε μια νέα θεώρηση, αυτή της Αειφόρου Ανάπτυξης με εργαλείο της και την Εκπαίδευση.
Η Εκπαίδευση θα πρέπει να οδηγήσει στην κατάργηση κοινωνικών στερεοτύπων (π.χ υπεροχή του δυτικού πολιτισμού, εγωκεντρική-ανθρωποκεντρική προσέγγιση της φύσης) και αλλαγή του αξιακού συστήματος, ώστε να οδηγηθούμε στην αλλαγή στάσεων και συμπεριφορών, που θα συμβάλλουν στην κοινωνική και «περιβαλλοντική» συνοχή που θα οδηγεί στη δράση για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Η Εκπαίδευση πρέπει να ανατροφοδοτείται και να είναι ευέλικτη, ώστε να ανταποκρίνεται στις στρατηγικές της Αειφόρου Ανάπτυξης.
Επομένως η Π.Ε. ως ένα κομμάτι της Εκπαίδευσης δε θα πρέπει να μείνει περιχαρακωμένη σε πρακτικές του παρελθόντος. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος η Π.Ε. δε μπορεί να αποτελεί «προνόμιο» ενός μέρους του μαθητικού πληθυσμού, ούτε όαση ενός εκπαιδευτικού συστήματος που αποσκοπεί στην άμεση μετάδοση, απομνημόνευση και αναπαραγωγή της γνώσης.
Για τη Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση πρέπει να ακολουθηθεί το Πολυεπιστημονικό Μοντέλο ή Μοντέλο του Εμβολιασμού όπου η Π.Ε. ενσωματώνεται στο περιεχόμενο των μαθημάτων. Τα νέα διδακτικά βιβλία κινούνται προς αυτή την αρχή, χρειάζεται όμως περισσότερη προσπάθεια. Ο χρόνος της Ευέλικτης Ζώνης άνετα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για προγράμματα Π.Ε.
Για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μπορεί να ακολουθηθεί το Διεπιστημονικό Μοντέλο όπου η Π.Ε. οργανώνεται ως ξεχωριστός τομέας, όπου συνεργάζονται διαφορετικές επιστήμες και μαθήματα και να ενσωματωθεί στο κανονικό ωρολόγιο πρόγραμμα. Για να μην υπάρξει παρεξήγηση δεν εννοούμε η Π.Ε να έχει τη μορφή μαθήματος, όπως αυτή την οποία γνωρίζουμε, αλλά ο εκπαιδευτικός μαζί με τους μαθητές του να σχεδιάζει και να υλοποιεί projects, όπου οι διερευνητικές και εποικοδομιστικές μέθοδοι διδασκαλίας συντελούνται μέσα σε ομαδοσυνεργατικά πλαίσια κοινωνικής οργάνωσης της σχολικής τάξης.
Συνοψίζοντας γίνεται αντιληπτό πως η Π.Ε. πρέπει να συνεχίσει προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσής της στην Εκπαίδευση που στοχεύει στην Αειφόρο Ανάπτυξη. Θα πρέπει όμως εδώ να παραθέσω την άποψη του καθηγητή Μιχάλη Σκούλλου που με βρίσκει σύμφωνο, «…μόνο με την εκπαίδευση δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε την κοινωνία και την οικονομία και να προστατεύσουμε το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους και να επιτύχουμε αειφόρο ανάπτυξη. Η εκπαίδευση είναι τμήμα μιας μεγαλύτερης παρέμβασης της λεγόμενης «διακυβέρνησης». Ως διακυβέρνηση θεωρούμε το σύνολο των ενεργειών και των διατεταγμένων οργανωμένων λειτουργιών μιας κοινωνίας η οποία μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα. Μόνο με την εκπαίδευση δεν μπορούμε λοιπόν να δράσουμε και να έχουμε αποτέλεσμα, καθώς χρειαζόμαστε και νομοθεσία/θεσμούς, τεχνολογία κ.α.»
Τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης μπορούν να έχουν ρόλο πρωταγωνιστικό, ανταποκρινόμενα στις ανάγκες της τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί τόσο με νομοθετικές ρυθμίσεις όσο και με το άνοιγμά τους και σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Το κάθε Κ.Π.Ε. θα πρέπει να αποτελεί κέντρο επιμόρφωσης για τους εκπαιδευτικούς της περιοχής του. Μια επιμόρφωση που θα είναι εις βάθος χρόνου (μοντέλο επιμόρφωσης προγράμματος ΜΕΛΙΝΑ). Επίσης στενότερη διασύνδεση με τα σχολεία που υλοποιούν προγράμματα των Κ.Π.Ε, γιατί ο χρόνος υλοποίησης των προγραμμάτων είναι μικρός για να έχουμε επίτευξη της στοχοθεσίας.
Συνάμα και ο ρόλος των Υπευθύνων δε θα πρέπει να σταματά στην διεκπεραίωση της αλληλογραφίας, αλλά να έχει ρόλο συμβουλευτικό και καθοδηγητικό, ίσως η θέσπιση Συμβούλου Καινοτόμων Δράσεων έδινε μια νέα δυναμική στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Βιβλιογραφία
Δημητρίου Σ., Η εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος IV, Αθήνα: Καστανιώτης, 1996
Ματσαγγούρας Η., Η διαθεματικότητα στη σχολική γνώση, Αθήνα: Γρηγόρη, 2004
Χημικό Τμήμα Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεθοδολογία για την εφαρμογή εκπαιδευτικών υλικών στην Εκπαίδευση για το Περιβάλλον και την Αειφορία, Αθήνα: 2003
Hall St.- Held D.-McGrew A., Η Νεωτερικότητα Σήμερα, Αθήνα: Σαββάλας, 2003

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση που έγινε στο 15ο Πανελλήνιο Συνέδριο των Κ.Π.Ε, που πραγματοποιήθηκε στην Κλειτορία (26-29/6/ο8)

Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

Περιβάλλον και Πολιτισμός


Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση πάει Μουσείο


«Η Ευέλικτη Ζώνη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης αποτελεί καινοτομία του ΥΠΕΠΘ μέσω του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου που αποβλέπει στην αναβάθμιση του κοινωνικού και πολιτιστικού ρόλου του σχολείου, συμβάλλοντας έτσι στην επιδιωκόμενη ενίσχυση του σχολικού παιδαγωγικού περιβάλλοντος. Η εν λόγω καινοτομία βασίζεται στη διαθεματική προσέγγιση της γνώσης, προωθεί την ανάπτυξη σχεδίων εργασίας ( project), την ομαδοσυνεργατική διδασκαλία και ενισχύει τη δημιουργική και διερευνητική μάθηση και την κριτική σκέψη.»[1]
Αν και το ζητούμενο στην εκπαίδευση σήμερα, είναι η διεπιστημονική και διαθεματική προσέγγιση της γνώσης, δεν είναι λίγες οι φορές, όπου ως εκπαιδευτικοί προβληματιζόμαστε που θα κατατάξουμε ένα πρόγραμμα που σχεδιάσαμε και υλοποιούμε στα πλαίσια της Ευέλικτης ζώνης. Ίσως ο προβληματισμός αυτός να είναι απόρροια του οξύμωρου σχήματος των υπευθύνων Περιβαλλοντικής Αγωγής, Αγωγής Υγείας, Πολιτιστικών θεμάτων, όπου ο καθένας επιδιώκει να παρουσιάσει το μέγιστο αριθμό προγραμμάτων στο δικό του πεδίο.
Μια μέρα στο Μουσείο είναι πρόγραμμα μουσειοπαιδαγωγικής και επομένως κατατάσσεται στα προγράμματα που εποπτεύονται από τον υπεύθυνο Πολιτιστικών; Ή μπορεί ταυτόχρονα να θεωρηθεί και πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης;
Νομίζω πως είναι ερωτήματα που γεννιόνται από τη στιγμή που οριοθετούνται στεγανά ή δεν έχουμε σαφή εικόνα του ρόλου της Π.Ε.
Η Π.Ε για πολλούς στη χώρα μας στοχεύει στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση για τα μείζονα περιβαλλοντικά προβλήματα καθώς και στη διαμόρφωση στάσεων και αξιών για την προστασία και την αειφορική διαχείριση του περιβάλλοντος. Θεωρώ πως αυτό είναι αποτέλεσμα μιας αντίληψης κάτω από την επίδραση του νεοθετικισμού όπου «η φύση στο χώρο της παιδείας αναπτύσσεται με δύο αντιθετικές θέσεις: 1) η φύση είναι μια αδρανής μάζα που ο άνθρωπος τη χειρίζεται και την εκμεταλλεύεται σύμφωνα με το συμφέρον του, 2) η φύση αποτελεί τον κυρίαρχο και καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση του πολιτισμού. Η πρώτη χρησιμοποιείται από την τεχνοκρατία και οδήγησε στην οικολογική κρίση. Θεωρεί ότι το κέντρο πολιτισμού μετακινείται προς την περιοχή της εντατικότερης εκμετάλλευσης των πηγών. »[2]
Πέρα από όποιες θεωρητικές προσεγγίσεις για την Π.Ε, η θεματολογία των περισσοτέρων προγραμμάτων που υλοποιούνται κάθε χρόνο, αναδεικνύει πως η Π.Ε παρά τον επαναπροσδιορισμό της να ενταχθεί στη γενικότερη κοινωνική πραγματικότητα, παραμένει στην ευαισθητοποίηση και επίλυση προβλημάτων περιβαλλοντικής φύσης. Μέσα σ’ αυτή τη λογική ένα πρόγραμμα που έχει ως πεδίο δράσης ένα λαογραφικό ή αρχαιολογικό μουσείο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ- ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΕΝΑ ΕΙΔΩΛΙΟ


Η Σοφία δεν έρχεται για πρώτη φορά στο Μουσείο. Πέρσι είχε έρθει με την τάξη της για να δουν τα ευρήματα, που υπάρχουν εδώ, από τη Νεολιθική εποχή. Της είχαν κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση, που έδωσε υπόσχεση στον εαυτό της να ξαναρθεί. Kαι να που κράτησε αυτή την υπόσχεση.
-Μόνη σου ή είναι και άλλα παιδιά; Ακούει δίπλα της μια φωνή. Είναι ο φύλακας
του Μουσείου ο κυρ- Στέφανος.
-Όχι, είμαι μόνη μου, οι γονείς μου κάθονται στην πλατεία Αναύρου, με άφησαν να έρθω…τα λόγια της τρεμάμενα ανεβαίνουν, λες και μετάνιωσε για το τόλμημά της.
-Πολύ ωραία, πέρασε μέσα. Χαίρομαι να βλέπω παιδιά να έρχονται στο Μουσείο. Να θυμάσαι όμως μικρή μου πως βλέπουμε αλλά δεν αγγίζουμε. Εντάξει;
Το Μουσείο είναι άδειο από επισκέπτες. Η Σοφία προχωρά προς την αίθουσα με τα εκθέματα της Νεολιθικής εποχής. Σταματά μπροστά σ’ ένα μικρό σπιτάκι. Το παρατηρεί με προσοχή.
- Είναι αναπαράσταση νεολιθικού σπιτιού. Προσπάθησε να ξεχωρίσεις τα υλικά από τα οποία φτιάχτηκε.
Η Σοφία ξαφνιάζεται. Γυρίζει δεξιά, γυρίζει αριστερά, κανείς. Να ‘ταν ο φύλακας; Αλλά τούτη η φωνή ήταν σαν της μάνας της γλυκιά.
-Μη φοβάσαι μικρή μου. Εγώ σου μιλώ.
Η Σοφία με έκπληξη βλέπει να της μιλά ένα πήλινο αγαλματάκι που δείχνει μια γυναικεία μορφή και βρίσκεται στην απέναντι προθήκη. Θέλει να φύγει, μα τα πόδια της λες και κόλλησαν στο πάτωμα, δεν την αφήνουν να κάνει βήμα. Θέλει να φωνάξει βοήθεια, αλλά κι η φωνή της δύναμη δεν έχει, ένας κόμπος στο λαιμό της… το μόνο που κατά φέρνει να πει είναι «μιλούν τα αγαλματάκια;»
-Και βέβαια μιλούν, όλα τα αντικείμενα του Μουσείου έχουν τη δική τους φωνή»[3]
Αυτή τη φωνή των εκθεμάτων από γραμμική παρουσίαση θελήσαμε να την μετατρέψουμε σ’ ένα διάλογο με τον μικρό επισκέπτη, όπου καλείται να παρατηρήσει, να σκεφτεί και να απαντήσει.
"- Σοφία να σου γνωρίσω τους πιο αγαπημένους φίλους μου.
- Μοιάζουν λίγο με τα πιθάρια της γιαγιάς μου, που είναι στο κατώι του σπιτιού της. Μόνο που εκείνα είναι πολύ πιο μεγάλα και ασβεστωμένα...
-Αυτά που βλέπεις μπροστά σου λέγονται αγγεία φτιαγμένα από το ίδιο υλικό, που έχω πλαστεί και εγώ. Ίσως ορισμένα σου φανούν κακομούτσουνα. Αν τα προσέξεις λίγο περισσότερο θα δεις πως έχουν τη δική τους ξεχωριστή ομορφιά, είναι και αυτά έργα χειρών ανθρώπων. Οι περισσότεροι επισκέπτες τα προσπερνούν.
Θα ήθελες να μου πεις που νομίζεις ότι τα χρησιμοποιούσαν οι νεολιθικοί άνθρωποι;
Εσύ σήμερα τι θα έβαζες μέσα σ' αυτά;"
Η φωνή των εκθεμάτων με πρωταγωνιστή ένα ειδώλιο συνεχίζει το ταξίδι στο χρόνο. Θέλει να φέρει τα παιδιά -επισκέπτες στην εποχή που το κυνήγι και το ψάρεμα ήταν οι αγαπημένες ασχολίες των ανθρώπων, τα κοχύλια γίνονταν στολίδια για να φορεθούν από άνδρες και γυναίκες, μεγάλους και μικρούς. Ήταν η εποχή που ο κεραμέας κατασκεύαζε αγγεία σκουρόχρωμα, καστανά, κόκκινα, μα και σχεδόν λευκά χωρίς να ξέρει κάποια μυστικά. Τα μυστικά του χρώματος ήταν υπόθεση της "μάνας γης". Ήταν μια εποχή που τα απλά καθημερινά αντικείμενα ήταν φτιαγμένα από υλικά που έβρισκαν οι άνθρωποι στο γύρω φυσικό τους περιβάλλον.
Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε για μαθητές δημοτικού.
Στόχοι του προγράμματος:
Ø Η επίσκεψη στο Μουσείο να είναι ελκυστική ώστε να τραβήξει την προσοχή των μικρών επισκεπτών.
Ø Να φέρει τους μαθητές σε μια πρώτη επαφή με το νεολιθικό πολιτισμό.
Ø Να διαπιστωθεί κατά πόσον τα προς μετάδοση περιεχόμενα της έκθεσης γίνονται κατανοητά.
Ø Να αναπλάσουν με τη φαντασία τους οι μαθητές μια εποχή που σηματοδοτεί μια πορεία διαχείρισης του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο. Μια εποχή μετασχηματισμού όπου οι φυσικοί οδοί μετατρέπονται σε δίαυλοι επικοινωνίας και εμπορίου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μέσα από αυτή τη συνοπτική παρουσίαση ίσως να φάνηκε πως η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση μπορεί να συναντήσει και την Μουσειοπαιδαγωγική στα προγράμματά μας που σχεδιάζουμε στα πλαίσια της Ευέλικτης Ζώνης και όχι μόνο.
«Ο πολιτισμός δεν παράγεται στο μουσείο, όμως το μουσείο είναι τόπος (ανα)παράστασης της πολιτισμικής ή κάποιας άλλης παραγωγής. Τόπος (ανα)παράστασης ιστορίας, και άρα τόπος όπου μπορεί να παράγεται πολιτισμική ταυτότητα.»[4]
Πλησιάζοντας τα μουσεία και τα εκθέματά τους με μια άλλη οπτική και ερμηνευτική προσέγγιση ίσως να κατανοήσουμε πως περιβάλλον δεν είναι η εξωτερική πραγματικότητα που μας εγκλωβίζει στους νόμους της και στην απειλή του είναι μας. Αν και ο άνθρωπος της Δύσης με τον «ορθό λόγο» έδωσε απαντήσεις σε πολλά ερωτήματά του συνάμα έφερε την αταξία στο φυσικό περιβάλλον διασπώντας τον κύκλο της ζωής και το αποτέλεσμα είναι το κάθε οικοσύστημα να μεταβάλλεται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Προστατεύουμε το περιβάλλον γιατί κινδυνεύουμε εμείς; Μήπως το κοσμολογικό μοντέλο του «μεγάλου» δυτικού πολιτισμού θα συνεχίζει να μας οδηγεί σε αντιφάσεις;



Βιβλιογραφία:
Αλαχιώτης Σταμάτης, Η Ευέλικτη Ζώνη του Σχολείου, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων

Δημητρίου Σωτήρης. (1996) Η εξέλιξη του ανθρώπου. Αθήνα: Καστιανιώτης

Μούλιου Μάρλεν. (2003) Μουσειακές Εκθέσεις: Από τη θεωρία στην Πράξη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Τσιμπλούλης Γεράσιμος (2000). Παρέα με ένα ειδώλιο. εργασία για το τμήμα του Ι.Α.Κ.Α Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σκουτέρη -Διδασκλάλου Ε., (1994) Λαογραφικά Μουσεία, Πολιτισμική Ταυτότητα και Ιστορική Μνήμη: Όροι και Επισημάνεις πρακτικά Α΄ Συνάντησης Λαογραφικών Μουσείων στα Πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου, Αθήνα: Ελληνική Εταιρεία Λαογραφικής Μουσειολογίας

[1] Αλαχιώτης Σταμάτης, Η Ευέλικτη Ζώνη του Σχολείου, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων
[2] Δημητρίου Σωτήρης. (1996) Η εξέλιξη του ανθρώπου. Αθήνα: Καστιανιώτης
[3] Τσιμπλούλης Γεράσιμος (2000). Παρέα με ένα ειδώλιο. εργασία για το τμήμα του Ι.Α.Κ.Α Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
[4] Σκουτέρη -Διδασκλάλου Ε., (1994) Λαογραφικά Μουσεία, Πολιτισμική Ταυτότητα και Ιστορική Μνήμη: Όροι και Επισημάνεις πρακτικά Α΄ Συνάντησης Λαογραφικών Μουσείων στα Πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου, Αθήνα: Ελληνική Εταιρεία Λαογραφικής Μουσειολογίας

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Μακρινίτσα-παραδοσιακός οικισμός


"Ο παραδοσιακός οικισμός της Μακρινίτσας
και η φύση"
Μια πρώτη προσέγγιση
μέσα από την Κοινωνική Ανθρωπολογία»


του Τσιμπλούλη Γεράσιμου


Η φύση και ο άνθρωπος καθώς και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους αποτέλεσε και αποτελεί πεδίο έρευνας. Οι φυσιοκρατικές θεωρίες ξεκινούν από την αντίληψη του 18ου αιώνα πως ο άνθρωπος υπακούει στους φυσικούς νόμους σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ιδέες και αντιλήψεις της θείας πρόνοιας και καταγωγής. Η πιο διαδεδομένη θεωρία είναι αυτή που αποδίδει τα φυσικά και κοινωνικά γνωρίσματα του ανθρώπου στο γεωγραφικό παράγοντα. Η ανθρωπογεωγραφία τόνισε τη στενή εξάρτηση του ανθρώπου και του κράτους από το έδαφος. Σήμερα η γαλλική σχολή του Braudel συνεχίζει τη μελέτη της αλληλεξάρτησης της κουλτούρας με το περιβάλλον.
Σε αντιδιαστολή με την ανθρωπογεωγραφία και κάτω από την επίδραση του νεοθετικισμού έχει περάσει η αντίληψη της «φυσικής» γεωγραφίας που αναπτύσσεται με δύο αντιθετικές απόψεις: Η πρώτη παρουσιάζει τη φύση ως μία αδρανή μάζα που άνθρωπος χειρίζεται και εκμεταλλεύεται σύμφωνα με το δικό του συμφέρον. Η θεώρηση αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους τεχνοκράτες με συνεπακόλουθο τα τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα και την οικολογική κρίση. Η δεύτερη άποψη θεωρεί τη φύση κυρίαρχο και καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση του πολιτισμού (Δημητρίου 1996).
Σήμερα στις κοινωνικές επιστήμες τείνει να επικρατήσει η αντίληψη πως η φύση δεν είναι μια αιώνια και αναλλοίωτη ουσία έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. Ιδιαίτερα η Κοινωνική Ανθρωπολογία προωθεί μια διαλεκτική αντίληψη για τη σχέση φύσης και πολιτισμού. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και η εξέλιξη του πραγματοποιείται διαμέσου των αντενεργειών του με αυτήν. «Η κοινωνικοποίηση της φύσης και ο συνεχής διάλογος με τον πολιτισμό επηρεάζουν τις ίδιες τις λειτουργίες της» (Νιτσιάκος 1991:15). Στη φύση λοιπόν είναι ενσωματωμένη η ιστορία της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η Μακρινίτσα, χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός, αποτελεί πεδίο της προσέγγισής μας μέσα από την οπτική της κοινωνικής μεταβολής και των παραπάνω θέσεων. Οι τοπικές κοινωνίες σήμερα βιώνουν ριζικές αλλαγές, ώστε οι παλιές α-ιστορικές και στατικές προσεγγίσεις που δημιουργούν μια μυθοποιητική εξιδανίκευση όπου ο Έλληνας χωρικός είναι εγγυητής της συνέχειας του λαϊκού πολιτισμού, να τίθενται στο περιθώριο.
Το φυσικό περιβάλλον της Μακρινίτσας καθόρισε τις πρωτογενείς παραγωγικές δραστηριότητες των κατοίκων της. Η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν οι δύο βασικές δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν σε μια πρώτη ιστορική φάση του χωριού. Η σηροτροφία, η υφαντική και η βυρσοδεψία σήμαναν τη μετάβαση από την αυτάρκεια στην εμπορευματοποίηση της οικονομίας. Το εμπόριο οδήγησε στην οικονομική απογείωση, την κοινωνική ευμάρεια και την πολιτιστική άνθιση που καθρεφτίζεται σήμερα στα αρχιτεκτονικά της κατάλοιπα. Επομένως η οικειοποίηση των φυσικών πόρων με τις θρησκευτικές δοξασίες και τελετουργίες, οι παραγωγικές σχέσεις με τις κοινωνικές δομές, οι υλικές πλευρές του πολιτισμού με τις πνευματικές αναδεικνύουν τη βαθύτερη σχέση των ανθρώπων με το περιβάλλον.
Ο αρχικός οικισμός της Μακρινίτσας αναπτύχθηκε γύρω από το μοναστήρι της Παναγίας στο διάστημα 1204-1215. Μέχρι τις παραμονές της τουρκικής κατάκτησης της Θεσσαλίας, ήταν μοναστηρότοπος. Στη συνέχεια πέρασε στην κατοχή του Σουλτάνου με ιδιαίτερα προνόμια. Στο τέλος του 18ου αιώνα η Μακρινίτσα ήταν το μεγαλύτερο χωριό από τα βακούφια σε πλούτο και πληθυσμό(Νάνου-Σκοτεινώτη 1998). Το 1881, έτος προσάρτησης της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, βρίσκει τη Μακρινίτσα σε σημαντική οικονομική κίνηση και χειροτεχνική ανάπτυξη. Μετά την ακμή θα αρχίσει μια φθίνουσα πορεία τόσο στο ανθρώπινο δυναμικό όσο και στον οικονομικό τομέα. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι έφεραν τον οικονομικό μαρασμό στις ανταλλακτικές σχέσεις ενώ η ανάπτυξη της βιομηχανίας έφερε πλήγμα στην οικιακή χειροτεχνία. Κατά την μεταπολεμική περίοδο οι θεμελιώδεις αλλαγές που οφείλονται σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και σε συγκεκριμένα ιστορικά αίτια, οδήγησαν στην αστικοποίηση του αγροτικού πληθυσμού και μετατόπισαν το κέντρο της αγροτικής οικονομίας από τα ορεινά στα πεδινά. Η Μακρινίτσα δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από τις ευρύτερες ιστορικές αλλαγές και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η Μακρινίτσα των 6000 κατοίκων στα 1880, κατά το Ν. Γεωργιάδη, έφθασε στο 2006 να αριθμεί 500 ψυχές.
Σήμερα η φύση και η παράδοση παραπέμπουν σε ένα ειδυλλιακό παρελθόν, ενώ το παρόν αντιμετωπίζεται ως εκφυλισμένη μορφή του. (Β. Νιτσιάκος 2003) Ο λόγος για τη φύση και την παράδοση τείνει να γίνει ο κυρίαρχος λόγος και στις τοπικές κοινωνίες, που θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται ως παραδοσιακές. Πρόκειται για την κατασκευή μιας «ετεροτοπίας», που ικανοποιεί τις αναζητήσεις των τουριστών για μια άλλη εμπειρία σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, στα πλαίσια του ελεύθερου χρόνου τους. Παραδοσιακό ξενοδοχείο, παραδοσιακή ταβέρνα, παραδοσιακό φαγητό, παραδοσιακοί χοροί, παραδοσιακή κοινότητα εντάσσονται στα πλαίσια μιας «κοινωνικής» κατασκευής της φύσης και της παράδοσης κάτω από την ηγεμονία του αστικού–δυτικοευρωπαϊκού πολισμού. Η παράδοση από βίωμα γίνεται αναβίωση και αντικείμενο τουριστικής αξιοποίησης.
Μελετώντας τους παραδοσιακούς οικισμούς θα πρέπει πρώτα να αποσαφηνίσουμε το τι είναι παράδοση και τι παραδοσιακό. Στη συνέχεια να εξετάσουμε την παράδοση σε σχέση με τη νεωτερικότητα, την κοινωνική ζωή και γενικά τη σύγχρονη πραγματικότητα που βιώνουμε.
Η επικράτηση στην ανθρωπολογία μιας οπτικής βασισμένης στη διάζευξη θα πρέπει να αποδοθεί στις ανθρώπινες σχέσεις και οι πολιτισμοί προσεγγίζονται με νοητικά εργαλεία, οι ρίζες των οποίων ανάγονται σε ένα σύνθετο ιστορικό γίγνεσθαι. Τίποτα δε γίνεται πλήρως αντιληπτό χωρίς την ταυτόχρονη διατύπωση του αντίθετου ή του διαφορετικού (Πετρονώτη 1998). Το παρόν αντιδιαστέλλεται με το παρελθόν, το αστικό με το λαϊκό, το παραδοσιακό με το μοντέρνο, το χωριό με την πόλη, η φύση με τον πολιτισμό.
Η σχέση του παρόντος με το παρελθόν είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν και την Κοινωνική Ανθρωπολογία. Οι σύγχρονες ανθρωπολογικές μελέτες δέχονται πως το παρελθόν είναι μια ρευστή έννοια και οι σχέσεις που υπάρχουν με το παρόν είναι ιδεολογικές κατασκευές, που πηγάζουν από τις τρέχουσες συνθήκες. Οι έννοιες της παράδοσης και του μοντέρνου είναι αυτές που κατασκευάζουν ταυτότητες μέσα στα πλαίσια των σχέσεων της τοπικής κοινωνίας με το παγκόσμιο σύστημα.
Σήμερα ο αγρότης δεν θεωρείται πια ο αγνός εκφραστής του λαϊκού πολιτισμού. Παρότι η «παράδοση» εξακολουθεί να παραμένει συμβολικό σύστημα που αποδεικνύει την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του έθνους-κράτους, τα σύμβολα διαφοροποιούνται καθώς για το εθνικό κράτος οι εκφραστές της «παράδοσης» δεν υπάρχουν πια στη ζωή (Δέλτσου 1995).
Η Μακρινίτσα όπως και άλλα χωριά στο Πήλιο, η χώρα στη Σέριφο, η Οία στη Σαντορίνη, τα Ζαγοροχώρια, τα Αμπελάκια, η Μάνη, το Νυμφαίον της Φλώρινας, ο Πάνορμος της Τήνου βρέθηκαν κάτω από μια ιδεολογική ομπρέλα που έχει το δικό της στίγμα μέσα από τη σημασία που έχει η παράδοση και η πολιτιστική κληρονομιά για την οντότητα του έθνους-κράτους. Όπως έχει αποδείξει η Κυριακίδου-Νέστορος (1978), το παρελθόν υπήρξε για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος το μέσο απόδειξης της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας του. Το παρελθόν που χρησιμοποιήθηκε, για να εδραιωθεί η εθνική κυριαρχία του κράτους, ήταν η παράδοση, η οποία μελετήθηκε από την επίσης νεοσύστατη τότε επιστήμη της Λαογραφίας. Μέσα στη διαδικασία της εθνικής χρήσης του παρελθόντος η παράδοση και ο λαϊκός πολιτισμός αποσπάστηκαν από το ιστορικό πλαίσιο και τις πραγματικές συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Οι χωρικοί αναπαράγουν αέναα τον τρόπο ζωής των προγονικών γενεών, ενώ στις εθιμικές τους πράξεις ανακαλύπτουμε επιβιώματα της ζωής και της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων. Το κεντρικό αξίωμα της πολιτισμικής συνέχειας αποτέλεσε την οργανωτική αρχή για τη συλλογή, ταξινόμηση και ιεράρχηση όλων των εθνογραφικών λημμάτων (M. Herzfeld). Η παράδοση εντάσσεται στα πλαίσια ενός συμβολικού χρόνου που παραμένει αναλλοίωτος. Τα μνημεία, τεκμήρια του παραδοσιακού χρόνου, παραμένουν επίσης αναλλοίωτα, παρότι η ζωή των ανθρώπων χαρακτηρίζεται από αλλαγές.
Σήμερα πολιτικοί επιστήμονες καθώς και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας μιλούν για διάβρωση των τοπικών πολιτισμών και προβλέπουν μια πολιτισμική ομογενοποίηση. Οι πολιτιστικές ροές (εικόνες, λέξεις, πληροφορίες, γνώσεις), αλλά και οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι νόρμες που τις συνοδεύουν, ξεκινούν από τις πλούσιες χώρες της Δύσης και κατακλύζουν ολόκληρο τον κόσμο. Το δυτικό πολιτισμικό πρότυπο ασκεί μια παγκόσμια ηγεμονία και τείνει να επιβληθεί σε κάθε γωνιά του πλανήτη, περιθωριοποιώντας ή απειλώντας ακόμη και με αφανισμό τους άλλους πολιτισμούς (Κ. Βρύζας 1997). Η παράδοση και ο λαϊκός πολιτισμός μέσα σ’ αυτό το κλίμα γίνονται ισχυρά σύμβολα μιας ενοποιημένης εθνικής ταυτότητας.
Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο ορισμένοι οικισμοί χαρακτηρίστηκαν από το ΥΠΠΟ παραδοσιακοί. Οι έννοιες της ιστορικής συνέχειας και της αυθεντικότητας ενός οικισμού, καθώς και ο φόβος για την κατεδάφιση ή την «κακοποίηση» των παλιών τους σπιτιών επέβαλε ένα θεσμικό πλαίσιο διατήρησης και προστασίας τους. Τα σπίτια των ανθρώπων μετατράπηκαν σε συλλογικά μνημεία με συμβολική και κοινωνική αξία. Σύμφωνα με την Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων, ως ιστορικός τόπος χαρακτηρίζεται ένας οικισμός του οποίου τα μορφολογικά, πολεοδομικά, αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, καθώς και το σύνολο του κτιστού περιβάλλοντος έχουν διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα. Ο χαρακτηρισμός της Μακρινίτσας ως παραδοσιακού οικισμού επιβάλλει συγκεκριμένους πολεοδομικούς περιορισμούς που καθορίζουν τις όποιες αλλαγές μπορούν να γίνουν στα παλιά σπίτια ή το πώς θα κτιστούν τα νέα μέσα στο χωριό. Ορισμένες «παραφωνίες» που μπορούμε να παρατηρήσουμε σε μια περιδιάβασή μας (κεραμίδια σε στέγες, το κτήριο που στεγάζει την Κοινότητα, κ.α) είναι το αποτέλεσμα μιας πρακτικής που σταμάτησε με το χαρακτηρισμό του οικισμού ως παραδοσιακού.
Ορισμένα ερωτήματα που προκύπτουν μέσα από αυτή τη σύντομη μελέτη της Μακρινίτσας είναι: Ποια η σχέση του παρελθόντος με το παρόν; Υπάρχει συνέχεια ή μία τομή; Μήπως οι όροι που κατασκευάζουν το παραδοσιακό είναι όροι διαφοράς και ασυνέχειας; Το «άλλοτε» και το «αλλού», που αναζητά ο πρώην χωρικός, σημερινός αστός, μήπως είναι το κοντινό παρελθόν και το χωριό που άφησε πίσω του;
Πράγματι αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως παρελθόν γίνεται αντιληπτό ως κάτι διαφορετικό από το παρόν που χαρακτηρίζεται για την κίνησή του προς τα μπρος και εκφράζεται με την έννοια της προόδου. Η παράδοση προκύπτει από τη στιγμή που παύει να είναι ζώσα πραγματικότητα.
Μελετώντας τα αρχοντικά του χωριού θα διαπιστώσουμε πως εξωτερικά το αρχιτεκτονικό τους κέλυφος παραμένει σταθερό, ενώ εσωτερικά η διαμόρφωση και η λειτουργία των χώρων ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες. Τα αρχοντόσπιτα έπαψαν να στεγάζουν πατριαρχικές οικογένειες. Σήμερα φιλοξενούν επισκέπτες που αναζητούν να ξεφύγουν για λίγο από τους ρυθμούς της αστικής τους ζωής. Το κατώι που εξυπηρετούσε τις ανάγκες αποθήκευσης των αγαθών, τώρα έχει μετατραπεί σε χώρο καθιστικό και τραπεζαρίας για το πρωινό. Το δοξάτο και ο μουσαφίρ οντάς του καλοκαιρινού ορόφου έχουν γίνει δωμάτια-σουίτες.
Τα σημερινά σπίτια που χτίζονται, αρχιτεκτονικά λέμε πως ανήκουν στην πηλιορείτικη αρχιτεκτονική ταυτίζοντας με τον όρο παραδοσιακή. Τα δομικά υλικά παραμένουν η πέτρα και το ξύλο, οι πλάκες και ο τσατμάς; ή χρησιμοποιούνται σύγχρονα υλικά;
Η πλατεία του χωριού, το παζάρι έπαψε να είναι το οικονομικό κέντρο της τοπικής κοινωνίας και ο χώρος συνεύρεσης του ανδρικού πληθυσμού. Οι οικονομικές δραστηριότητες απλώνονται στο δρόμο που ξεκινά από τη Μπράνη και φθάνει στην πλατεία. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια μικρομάγαζα με είδη «λαϊκής» τέχνης προβάλλουν στον αμαξωτό δρόμο Μπράνης-Πρεβαντόριου.
Οι εκκλησίες συνεχίζουν να αποτελούν χώρους για την εκπλήρωση των θρησκευτικών αναγκών των κατοίκων. Έπαψαν όμως προ πολλού να έχουν τον χαρακτήρα της ενοριακής εκκλησίας. Σήμερα στέκουν κλειδαμπαρωμένες περιμένοντας τη μέρα που γιορτάζουν για να λειτουργηθούν.
Οι κρήνες, κοινοτικές βρύσες, πρόσφεραν σε ανθρώπους και ζώα το μεγάλο δώρο της φύσης, το νερό. Γυναίκες και κοπέλες έρχονταν στην κρήνη να πάρουν νερό, μα και να πλύνουν ρούχα. Μέχρι να γεμίσει το γκιούμ(ι) ή η στάμνα, έπιαναν την κουβέντα σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα. Παλικάρια σταματούσαν σ’ αυτή για να πάρουν μια ανάσα, να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν τα ζωντανά τους, να ρίξουν μια κλεφτή ματιά στην αγαπημένη τους. Σήμερα οι κρήνες γίνονται μάρτυρες μιας άλλης εποχής, αξιοθέατο προς τέρψη των επισκεπτών και πεδίο μελέτης για μαθητικές ομάδες.
Αν το νήμα της σκέψης μας περνά μέσα από τη δυαδική λογική και την καθαρότητα διχοτομήσεων, τότε η Μακρινίτσα διατηρεί μια αυθεντικότητα που δεν εξαρτάται από τη μοναδικότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς αλλά από την αρχιτεκτονική μορφή που τελεί κάτω από ειδική προστασία. Η ομπρέλα της παράδοσης παρουσιάζει το παρελθόν ως μια περίοδος ριζικής διαφοροποίησης από το παρόν. Γίνεται ένας τόπος περιβαλλοντικής αξίας και αισθητικής απόλαυσης για τους επισκέπτες, ενώ παραγνωρίζεται ως ένας χώρος με δυσκολίες για την επιβίωση των ντόπιων. Οι ψηφιακές ή μη φωτογραφικές μηχανές των τουριστών παγιδεύουν τον αγωγιάτη με τα μουλάρια του την ώρα της δουλειάς. Αποτυπώνουν ένα παρελθόν στο παρόν, ως μια ειδυλλιακή παραδοσιακή εικόνα. Αγνοούν ή παραβλέπουν το οικονομικό βάρος της μεταφοράς για τους ιδιοκτήτες που θέλουν να επισκευάσουν τα σπίτια τους.
Αν όμως ο εθνογραφικός μας φακός σταθεί με μια κρητική στάση απέναντι στην οπτική της διάζευξης, τότε το θεωρητικό ζητούμενο είναι να δούμε και να εξετάσουμε τον παραδοσιακό πολιτισμό του παρελθόντος με το σήμερα ως μια ιστορική διαδικασία που διαφοροποιεί τον κόσμο καθώς τον ενώνει. Οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι κλειστά συστήματα σταθερά και αναλλοίωτα. Η αντίληψη του παρελθόντος ενέχει στοιχεία συνέχειας με το παρόν μέσα από μία βιωματική πρόσληψη του χώρου και του χρόνου από τους κατοίκους της τοπικής κοινωνίας που τον βιώνουν.
Ανάμεσα λοιπόν στην παράδοση και τη νεωτερικότητα αναπτύσσεται μια δυναμική που εκφράζεται με θέση, αντίθεση και τελικά σύνθεση. Η αναθέρμανση και η επιστροφή αυτή (στην παράδοση) να μην καταντήσει άγονος και επιζήμιος δρόμος, εθνικισμός και προγονοπληξία (Αναγνωστόπουλος Β. 2005). Η αισθητική του τοπίου και της αρχιτεκτονικής δε θα πρέπει να είναι η μοναδική μας αναζήτηση στη μελέτη των παραδοσιακών οικισμών. Ας ανακαλύψουμε τι υπάρχει πίσω από τις εικόνες και τα πρόσωπα.
Μήπως τελικά η οπτική μας στο θέμα της παράδοσης θα πρέπει να ενέχει στοιχεία συνέχειας και συνύπαρξης;

Βιβλιογραφία
Βρύζας Κ., Παγκόσμια επικοινωνία και πολιτιστικές ταυτότητες, Gutenberg, Αθήνα 1997
Νάνου-Σκοτεινιώτη Α., Η Μακρινίτσα του Πηλίου, Κοινότητα Μακρινίτσας, Μακρινίτσα 1998
Νιτσιάκος Β., Παραδοσιακές κοινωνικές δομές, Οδυσσέας, Αθήνα 1991
Νιτσιάκος Β., Χτίζοντας το χώρο και το χρόνο, Οδυσσέας, Αθήνα 2003
Δαμιανάκος Σ., Από τον χωρικό στον αγρότη, Εξάντας-ΕΚΚΕ, Αθήνα 2002
Δέλτσου Ε., Ο ιστορικός τόπος και η σημασία της παράδοσης για το έθνος-κράτος, από το φάκελο σημειώσεων Ανθρωπολογία του ελληνικού χώρου και της Μεσογείου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας, 2005-06
Δημητρίου Σ., Η εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος IV, Καστανιώτης, Αθήνα 1996
Κυριακίδου- Νέστορος Α., Η Θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας: Κριτική Ανάλυση, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1978
Περτρονώτη Μ., Το πορτραίτο μίας διαπολιτισμικής σχέσης, Κρυσταλλώσεις, ρήγματα, ανασκευές (με τη συμμετοχή της Κ. Ζαρκιά), ΕΚΚΕ, ΟΥΝΕΣΚΟ, Πλέθρον, Αθήνα 1998

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Κατανάλωση




Τα φύλα μέσα

από την κατανάλωση


του Τσιμπλούλη Γεράσιμου



Όπως όλοι οι μεγάλοι μύθοι που σέβονται τον εαυτό τους, έτσι και ο μύθος της κατανάλωσης έχει το δικό του λόγο και αντίλογο. Από τη μια ο λόγος ο εξυμνητικός για την αφθονία των αγαθών και των υπηρεσιών όπου ο άνθρωπος και οι πόθοι του δικαιώνονται. Κι από την άλλη ο κριτικός λόγος για τα κακά της καταναλωτικής κοινωνίας, όπου διακυβεύεται το μέλλον των επόμενων γενεών μέσα από την εξάντληση των πόρων του πλανήτη μας.
Θυμάμαι τον πατέρα μου να κόβει στα δυο τη χαρτοπετσέτα και τη μάνα μου να κάνει παξιμάδια το μπαγιάτικο ψωμί. Το φαγητό σαν περίσσευε έμπαινε στην άκρη για την επαύριον ως συμπλήρωμα ή για να «παντρευτεί» ώστε να προκύψει ένα νέο πιάτο. Και τ’ αποφάγια κατέληγαν στις γάτες της γειτονιάς. Στα σκουπίδια ψωμί ή φαγητό ήταν κάτι το αδιανόητο. Ήταν αμάρτημα. Ο σκουπιδοτενεκές μας ποτέ δεν ξεχείλιζε, παρότι η σκουπιδιάρα του δήμου περνούσε δυο με τρεις φορές τη βδομάδα.
Τα ψώνια, κρέας και ψάρια, η κορυφή της διατροφής, ήταν συνήθως υπόθεση και επιλογή του πατέρα. Της μάνας τα υπόλοιπα χρειαζούμενα. Όταν ο χρόνος το επέτρεπε η δική μου συμμετοχή ήταν μέχρι το φούρνο ή τον μπακάλη της γειτονιάς για κάποιο συμπλήρωμα με την προτροπή να προσέξω στο ζύγι και στα ρέστα.
Θυμάμαι επίσης τη μάνα μου να μακραίνει το στρίφωμα στα παντελόνια μου κάθε φορά που ψήλωνα, μα και να μεταποιεί τα δικά της ρούχα σαν άλλαζε η μόδα. Ήταν βλέπετε μοδίστρα και η επιλογή της ήταν ενδύματα κοπής και ραφής που αντέχουν στο χρόνο.
Κοιτάζοντας τη δράση των υποκειμένων στην καθημερινή τους ζωή, διακρίνεται ένας καταμερισμός σύμφωνα με το φύλο. Μέσα από τις αποφάσεις που παίρνουν για το τι αρμόζει ή δεν αρμόζει να αγοραστεί, πότε, για ποια χρήση και για ποιον, ορίζονται διαχωριστικές γραμμές και συγκροτούνται ταυτότητες και σχέσεις. Πρόκειται για ένα έμφυλο δίπολο όπου ο άντρας φτιάχνει, παράγει και συμβάλλει στην αύξηση του κεφαλαίου πραγματικού ή συμβολικού του νοικοκυριού και η γυναίκα καταναλώνει, ξοδεύει, τρώει. Όλως αντιθέτως η ρήση «χωρίς τη γυναίκα σπιτικό δε γίνεται», θέλει τις γυναίκες να βρίσκουν την καταξίωσή τους μέσα από την τιθάσευση της «φύσης» τους, δηλαδή της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς.
Σήμερα η ιδεολογία της κατανάλωσης θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε πως έχουμε μπει σε μια καινούρια εποχή, και ότι μια αποφασιστική ανθρώπινη επανάσταση χωρίζει την οδυνηρή και ηρωική εποχή της παραγωγής από την ευφορική εποχή της κατανάλωσης. Το «αγοράστε τώρα και πληρώστε αργότερα», ήρθε να αντικαταστήσει τα πουριτανικά θέματα της εργασίας, της αποταμίευσης, της κληρονομιάς. Αλλά αυτό φαινομενικά αποτελεί μια ανθρώπινη επανάσταση. Στην πραγματικότητα το άτομο υπηρετεί το βιομηχανικό σύστημα καταναλώνοντας τα προϊόντα του. Το σύστημα έχει ανάγκη τους ανθρώπους ως εργαζόμενους (μισθωτή εργασία), ως οικονόμους (φόροι, δάνεια), αλλά ολοένα και περισσότερο ως καταναλωτές.
Τα στιλ κατανάλωσης συχνά παίζουν μεγαλύτερο ρόλο για να προσδιοριστούν οι ταυτότητες και η συνείδηση των ανθρώπων παρά η θέση τους στο παραγωγικό σύστημα. Η εικόνα μας εξαρτάται το τι φοράμε, το τι καταναλώνουμε.
Στον πολιτισμό της καθημερινής ζωής τα εμπορικά κέντρα και οι εμπορικοί οδοί μετατρέπονται σε πεδία μιας τερπνής απόδρασης από τη συνηθισμένη συνείδηση της πραγματικότητας στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας. Shopping therapy. Οι εικόνες προσωπικοτήτων, ως πρότυπα που έχουν συνδεθεί με προϊόντα, χρησιμεύουν για να μας πείσουν, πως αγοράζοντας αυτά τα αγαθά, ταυτόχρονα συμμετέχουμε σε μια κοινή εμπειρία ενός πιο δυναμικού και αισθησιακού κόσμου. Τα πρότυπα διατάσσονται σε αρσενικό και θηλυκό. Παρότι προβάλλονται εικόνες-διαφημίσεις όπου ο άντρας καταπιάνεται με το μαγείρεμα ή την καθαριότητα του σπιτιού, θεωρώ πως συνεχίζεται η αναπαραγωγή παλαιών στερεοτύπων ανάμεσα στα δύο φύλα.
Το αρσενικό πρότυπο είναι το πρότυπο της απαίτησης και της επιλογής. Όλη η αρσενική διαφήμιση επιμένει στις στρατιωτικές και πουριτανικές αρχές της αδιαλλαξίας, της αποφασιστικότητας και της αρετής. Ο σύγχρονος άντρας ποιότητας είναι απαιτητικός και δεν επιτρέπει στον εαυτό του καμιά αδυναμία. Φροντίζει την εμφάνιση του και ξοδεύει περισσότερα από τη γυναίκα μιας και δε διαπραγματεύεται τις τιμές.
Το θηλυκό πρότυπο επιβάλλει στη γυναίκα να αρέσει στον εαυτό της. Απαιτούνται η αυταρέσκεια και η ναρκισσιστική φροντίδα. Κατά βάθος εξακολουθούμε να καλούμε τους άντρες να παίξουν το στρατιώτη και τις γυναίκες να παίξουν με τον εαυτό τους σαν με τις κούκλες. Η γυναίκα πασχίζει να ικανοποιηθεί μόνο και μόνο για να εισέλθει καλύτερα ως διεκδικούμενο αντικείμενο στον αρσενικό ανταγωνισμό, να αρέσει στον εαυτό της, για να αρέσει και στους άλλους. Το επάγγελμα της «γλάστρας» γυναίκας σε τηλεοπτικές εκπομπές μεγάλης τηλεθέασης επιβεβαιώνει την παραπάνω θέση πως η γυναίκα χρησιμοποιείται ως καταναλωτικό αντικείμενο.
Ο σύγχρονος άντρας, τον βλέπουμε παντού στις διαφημίσεις, καλείται κι αυτός να αρέσει στον εαυτό του. Η χρησιμοποίηση εκ μέρους του καλλυντικών ή το βάψιμο των μαλλιών παύουν να είναι ταμπού. Ως γλάστρα όμως δε νομίζω να χρησιμοποιείται.
Η κατανάλωση φυσικά θέλει καταναλωτές πέρα από το φύλο. Άλλωστε η ύπαρξη unisex ρούχων το επιβεβαιώνει.
Παρότι η ανάμειξη των κοινωνικών και επαγγελματικών καθηκόντων και ρόλων φαίνεται να οδηγεί σε μια ισοτιμία των φύλων, η κατανάλωση θεωρώ πως αναπαράγει έμφυλα πρότυπα και ίσως σε ορισμένα σημεία η δομική και ιεραρχική αντίθεση του αρσενικού και του θηλυκού να ενισχύεται.
Πιστεύω μέσα από τη σύντομη αυτή τοποθέτηση να έθεσα ορισμένους προβληματισμούς για τη θέση της γυναίκας σήμερα, από την οπτική της κατανάλωσης.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

Λέτσιος-ο φωτογράφος



Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση συναντά…το Δημήτρη Λέτσιο
του Τσιμπλούλη Γεράσιμου
Η φωτογραφία άλλοτε ως απεικόνιση της στιγμής που θέλουμε να κρατήσουμε στο χρόνο και άλλοτε ως το μέσο διαμόρφωσης γνώμης και σκέψης, αποτελεί πάντα ένα μάρτυρα, ένα τεκμήριο του παρελθόντος.
Η φωτογραφία δεν είναι μόνο μια αποτύπωση μιας πραγματικότητας, αλλά και ο καθρέφτης των ιδεών, των στερεοτύπων της εποχής που τραβήχτηκε. Η δε σύγκριση με φωτογραφίες του σήμερα που ανήκουν στην ίδια θεματολογία μας βοηθά να δούμε τις τυχόν αλλαγές που έχουν συμβεί στο πεδίο των ιδεών, των συμπεριφορών, στην κοινωνία και στο περιβάλλον γενικά.
Σήμερα η φωτογραφική μηχανή βρίσκεται σε κάθε σπίτι. Ανά πάσα στιγμή ο φωτογραφικός φακός με ένα απλό κλικ χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις μπορεί να αποτυπώσει σκηνές της καθημερινότητάς μας, να κρατήσει στο διάβα του χρόνου αυτά που συγκροτούν τις προσωπικές μνήμες μα και κείνα που ανήκουν στη συλλογική μνήμη.
Η φωτογραφία συνεχίζει να είναι και τέχνη που συμβάλλει στην αισθητική καλλιέργεια, στον προβληματισμό, στο διάλογο του παρελθόντος με το παρόν.
Πριν από λίγο καιρό αποχαιρετήσαμε μια από τις σπουδαιότερες μορφές της ελληνικής φωτογραφίας του 20ου αιώνα το Δημήτρη Λέτσιο που αναπαύεται πια στο κοιμητήρι της Μακρινίτσας, το χωριό που τόσο αγάπησε και πρόβαλε μέσα από το φωτογραφικό του έργο. Η απλή, καθημερινή, βιωματική του σχέση με τον τόπο και τους ανθρώπους έδωσε μέσα από τη ματιά του, την πίσω από το φακό, λήψεις μοναδικής αυθεντικότητας. Οι φωτογραφίες του πέρα από την αισθητική της εικόνας, αποτελούν μοναδικό εργαλείο για την εκπαίδευση και ιδιαίτερα για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση.
Το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας το 2004, αναγνωρίζοντας τον εκπαιδευτικό ρόλο του φωτογραφικού έργου του Δημήτρη Λέτσιου , στο πλαίσιο εορτασμού της παγκόσμιας ημέρας περιβάλλοντος, αποφάσισε να ονομάσει μία από τις αίθουσες του αρχοντικού Βατσαρέα-Μαυράκη (Κ.Π.Ε) σε αίθουσα Δημήτρη Λέτσιου. Σ’ αυτό το χώρο υπάρχει μόνιμη έκθεση με 12 ασπρόμαυρες φωτογραφίες 40Χ40, με θέμα τις κρήνες της Μακρινίτσας. Οι φωτογραφίες αυτές εντάσσονται στο πρόγραμμα του Κ.Π.Ε «Νερό-κρήνες της Μακρινίτσας». Οι μαθητές ξεκινούν τη μελέτη των κρηνών όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί μέσα από το φακό του Δ. Λέτσιου. Στη συνέχεια στο πεδίο η ερευνά τους θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι κρήνες της Μακρινίτσας αποτελούν μνημεία που ζωντανεύουν πτυχές από την παράδοση, τα ήθη και έθιμα του χωριού, συνεχίζουν να συνδέονται με την καθημερινότητα των ντόπιων και συνάμα αποτελούν εμπειρία ζωής για τους επισκέπτες που ανηφορίζουν κοπιαστικά τα καλντερίμια του χωριού.
Μια άλλη μεγάλη ενότητα φωτογραφιών του Δ. Λέτσιου αφορά πορτρέτα ανθρώπων ενταγμένα στο φυσικό ή δομημένο περιβάλλον. Οι άνθρωποι παρουσιάζονται μέσα στο κοινωνικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο. Ιδιαίτερη θέση στο έργο του έχει η γυναίκα, την οποία φωτογραφίζει στο χωράφι, δίπλα στο αλέτρι, στο λιομάζωμα, στη θημωνιά, στο παζάρι, στο χωριό. Γυναίκες της ελληνικής υπαίθρου, γυναίκες του μόχθου… Και αυτές οι φωτογραφίες έγιναν εκπαιδευτικό εργαλείο σε πρόγραμμα του Κ.Π.Ε που αναφερόταν στη σχέση των δύο φύλων. Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε από το Μάρτιο έως και το Μάιο του 2007 και είχε τον τίτλο «οι γυναίκες ταξιδεύουν στο χρόνο… μέσα από το φακό του Δ. Λέτσιου και της Φωτογραφικής Λέσχης Βόλου». Οι μαθητές παρατηρώντας τις φωτογραφίες εντόπισαν τις ασχολίες των γυναικών, μελέτησαν την ενδυμασία τους, ανίχνευσαν τη σχέση με το άλλο φύλο.
Kάθε φορά που κάτι σχεδιάζουμε η σκέψη μας έρχεται στις φωτογραφίες του κυρ Δημήτρη. Έτσι και φέτος το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας ανταποκρινόμενο σε πρόσκληση της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς αποφάσισε να συμμετέχει μαζί με την Κοινότητα Μακρινίτσας στην πανελλήνια εκστρατεία με τίτλο «Περιβάλλον και Πολιτισμός 2008, Το δέντρο της ζωής σε 4 εποχές».
Η εκστρατεία απευθυνόταν στο μαθητικό και το ευρύ κοινό και υλοποιήθηκε από τις 9 έως τις 11 Μαΐου 2008. (Το Κ.Π.Ε. υλοποίησε το πρόγραμμα από τα μέσα Μαρτίου έως και την 5η Ιουνίου). Σκοπός της εκστρατείας ήταν να συνειδητοποιήσουν οι νέοι τους άρρηκτους δεσμούς που συνδέουν την πολιτιστική κληρονομιά με το φυσικό περιβάλλον και να ευαισθητοποιηθούν σε θέματα που αφορούν την προστασία τους.
Το Κ.Π.Ε σχεδίασε εκπαιδευτικό πρόγραμμα που αναφερόταν α) σε λιθανάγλυφα δέντρα που υπάρχουν σε μεταβυζαντινές εκκλησίες και κρήνες της Μακρινίτσας. β) σε εκθέματα (κασέλες) του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου που έχουν το δέντρο ως διακοσμητικό μοτίβο.
Με αφορμή το θάνατο του Δημήτρη Λέτσιου και θέλοντας το Κ.Π.Ε να τιμήσει το έργο του, ενέταξε στις παραπάνω δράσεις και έκθεση φωτογραφίας με τον τίτλο «Δέντρα μέσα από το φακό του Δημήτρη Λέτσιου». Η έκθεση φωτογραφίας φιλοξενήθηκε σε αίθουσα του Λαογραφικού Μουσείου Μακρινίτσας και παρέμεινε για μεγαλύτερο διάστημα από αυτό των εκδηλώσεων.
Αρωγός στις εκπαιδευτικές μας δράσεις που σχετίζονται με φωτογραφίες του Δ. Λέτσιου είναι το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης το οποίο και ευχαριστούμε για την πάντα πρόθυμη ανταπόκρισή του σε κάθε αίτημά μας.
Από τη νέα σχολική χρονιά, 2008-09, θα υλοποιείται το πρόγραμμα που προαναφέρθηκε
Το παρόν κείμενο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό "Μαγνησία", που εκδίδει η ΕΚΠΟΛ (Εταιρεία Κοινωνικής Παρέμβασης και Πολιτισμού της ΝΑΜ)


Βιβλιογραφία:
Δημήτρης Λέτσιος οδοιπορία στο φως και στη σκιά της Ελλάδας (2005), Μουσείο Φωτογραφίας
Θεσσαλονίκης
Το νερό οι κρήνες της Μακρινίτσας (2007) Κ.Π.Ε Μακρινίτσας
Πρόσωπο στη φωτογραφία (2001) Τσιμπλούλης Γεράσιμος ΙΑΚΑ-Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Θεόφιλος






Mια μέρα στο Μουσείο του Θεόφιλου

εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας
του Τσιμπλούλη Γεράσιμου, Δασκάλου-αν. υπεύθυνου του Κ.Π.Ε.

Από τη θεωρία…
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής μετατόπιση του κέντρου βάρους των μουσειακών λειτουργιών από αυτές που ασχολούνται με τα αντικείμενα σε αυτές που αφορούν την επικοινωνία του μουσείου με το κοινό.[1] Στο περιβάλλον ενός σύγχρονου μουσείου το προς μελέτη υλικό δεν είναι μόνο τα μουσειακά αντικείμενα αλλά και όλα τα στοιχεία που τα τεκμηριώνουν και ενισχύουν το «διάλογο» με τον κάθε επισκέπτη.
Ο πολιτισμός δεν παράγεται στο μουσείο, όμως το μουσείο είναι τόπος (ανα)παράστασης της πολιτισμικής ή κάποιας άλλης παραγωγής. Τόπος (ανα)παράστασης ιστορίας, και άρα τόπος όπου μπορεί να παράγεται πολιτισμική ταυτότητα. [2]
Κάθε μουσειακό αντικείμενο δεν υπάρχει καθεαυτό αλλά αποκτά πολυσήμαντο χαρακτήρα και αξία μέσα από τη διαδικασία της ερμηνευτικής του προσέγγισης. Έτσι ένα αντικείμενο μπορεί παράλληλα να παρουσιαστεί ως έργο τέχνης, ως χρηστικό αντικείμενο, ως σύμβολο αξιών και πομπός κοινωνικών και ιδεολογικών μηνυμάτων που αφορούν και τη σύγχρονη κοινωνία. [3]
Το μουσείο λοιπόν ως ένας οργανισμός στην υπηρεσία της κοινωνίας και του πολιτισμού, εκφράζει τη δυναμική του και συνοψίζει τις τρέχουσες τάσεις στο μουσειακό λόγο και έργο μέσα από την μετατόπισή του:
Από τις συλλογές στην πληροφορία.
Από τη μάθηση στην εμπειρία.
Από τον έλεγχο των ειδικών στον έλεγχο που ασκούν οι κοινωνικές ομάδες.
Από την μονοφωνία στην πολυφωνία.
Τα παιδιά ως επισκέπτες μουσείων έχουν ιδιαίτερες προτιμήσεις. Μεταξύ των άλλων τους αρέσει:
Η επαφή με το παρελθόν και αυθεντικά αντικείμενα μέσω σκηνικών αναπαραστάσεων
και δραματοποιημένων δράσεων.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον να μάθουν πώς ζούσαν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι.
Η συμπλήρωση παιχνιδιών με ερωτήσεις – απαντήσεις.
Το θεατρικό παιχνίδι και η δραματοποίηση.
Τα δημιουργικά- καλλιτεχνικά εργαστήρια.
Η ελευθερία να ανακαλύψουν νέα πράγματα μέσα από τις συλλογές του μουσείου.
Επίσης δεχόμαστε τη θέση πως όλοι οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο, αλλά διαθέτουν ποικίλους τρόπους για την κατανόησή του. Σύμφωνα με τον H. Gardner έχουμε τους εξής τύπους νοημοσύνης:
1. Γλωσσική- λεκτική: κατανόηση και επικοινωνία μέσω του γραπτού και προφορικού λόγου, ενώ η μαθησιακή διαδικασία με την ακρόαση, το διάβασμα, τη συζήτηση.
2. Λογικομαθηματική: κατανόηση και επικοινωνία με τη λογική, την επίλυση προβλημάτων, τη μαθηματική προσέγγιση του κόσμου, ενώ η μαθησιακή διαδικασία με πειραματισμούς και λογικούς συσχετισμούς.
3. Χωροαντιληπτική: κατανόηση, επικοινωνία και μαθησιακή διαδικασία με οπτικά μέσα,
εικόνες διαφάνειες, χάρτες και διαγράμματα.
4. Μουσική: μέσω της αναγνώρισης και δημιουργίας ήχων και ρυθμών επιτυγχάνεται η κατανόηση, η επικοινωνία και η μάθηση.
5. Σωματικοκιναισθητική: η κίνηση του σώματος, τα ομαδικά παιχνίδια και οι δραματοποιήσεις έχουν το καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση του «κόσμου».
6. Διαπροσωπική: η μαθησιακή διαδικασία επιτυγχάνεται με ομαδικές δραστηριότητες που καλλιεργούν το συνεταιρισμό και την επικοινωνία.
7. Ενδοατομική: με αυτοσυγκέντρωση και αυτογνωσία.

Το πρόγραμμα "ΜΕΛΙΝΑ Εκπαίδευση και Πολιτισμός" σε συνεργασία με την Ε΄ Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων σχεδιάζει για πρώτη φορά εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το Μουσείο του Θεόφιλου στην Ανακασιά του Πηλίου.
Στη συνέχεια η πρώτη Παιδαγωγική Ομάδα του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας, που την απάρτιζαν οι: Καπλάνης Ξενοφών, Καραδήμας Κωνσταντίνος, Παπαδοπούλου Σοφία, Παπαϊωάννου Άγγελος και Οικονομίδης Δημήτρης, το 2000 κάνει μία τομή στα «στερεότυπα της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης» σχεδιάζοντας και υλοποιώντας το πρόγραμμα «Μια μέρα στο Μουσείο του Θεόφιλου», έχοντας υπόψη τις σύγχρονες αντιλήψεις μάθησης και μουσειοπαιδαγωγικής.
Στόχοι του προγράμματος:
α) Να γίνει πράξη η σύγχρονη αντίληψη που θέλει το Μουσείο σ΄ ένα ζωντανό διάλογο με τους επισκέπτες μαθητές.
β) Να δουν, να παρατηρήσουν και να γνωρίσουν οι μαθητές αντιπροσωπευτικά έργα του Θεόφιλου και μέσα από τα έργα του τον ίδιο το ζωγράφο.
γ) Να γνωρίσουν οι μαθητές στοιχεία της Τοπικής Ιστορίας και Παράδοσης, μα και στοιχεία που αφορούν το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον.
δ) Να συνειδητοποιήσουν εκπαιδευτικοί και μαθητές πως "Μια μέρα στο Μουσείο" μπορεί να προσφέρει γνώση, ευκαιρία για δημιουργική δράση.
Το μουσείο ως χώρος μάθησης αντισταθμίζει ελλείμματα εμπειρίας του σχολείου. Το πρόγραμμα διαμορφωμένο και με ανοιχτές δράσεις και παιχνίδια δίνει τη δυνατότητα σε κάθε παιδί να διαμορφώσει τις δικές του σκέψεις και αντιλήψεις.
Το μουσείο λοιπόν ως χώρος διατήρησης της συλλογικής μνήμης και ιστορίας μέσα από τα υλικά τεκμήρια δίνει τη δυνατότητα στους επισκέπτες - μαθητές να ανιχνεύσουν και να μελετήσουν πολιτιστικές ιδέες και αρχές, κοινωνικές αλλαγές, σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Το μουσείο παύει να είναι ένας μουντός χώρος που τον προσπερνάς στα γρήγορα αλλά μετατρέπεται σε πεδίο δράσης και έρευνας, σε χώρο που μπορείς να νιώσεις χαρά και συγκίνηση.
Η επίσκεψη μας στο Μουσείο του Θεόφιλου-οικία Κοντού στην Ανακασιά του Πηλίου, μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε πολλαπλές αναγνώσεις στο ζωγραφικό έργο που στολίζει τη σάλα του αρχοντικού. Από την οπτική της Περιβαλλοντικής ανακαλύπτουμε πως το τοπικό φυσικό και δομημένο περιβάλλον αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το Θεόφιλο. Κάνοντας επίσης αναφορά στον τρόπο κατασκευής των πινέλων και παραγωγής των χρωμάτων βλέπουμε τη στενή σχέση φυσικού περιβάλλοντος και δημιουργού. Η φύση δίνει τις πρώτες της ύλες και ο Θεόφιλος τις μετουσιώνει σ’ ένα αιώνιο έργο.
Από την οπτική του κριτικού τέχνης μελετούμε αν η συμμετρία, η αναλογία και η προοπτική χαρακτηρίζουν το έργο του. Παρατηρώντας τον πίνακα που εικονίζεται ο Κοντός καβάλα στ’ άλογό του, εύκολα διαπιστώνουμε πως η αναλογία ανάμεσα στον κύρη και στο άλογο παραβιάζεται. Γιατί άραγε; Ίσως ο Θεόφιλος ως ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης του, θέλει να προβάλλει το φίλο και προστάτη του, μέσα από τη ζωγραφιά. Ακολουθώντας τα μυστικά της βυζαντινής αγιογραφίας που γνώρισε από τον παππού τον Κωσταντή, τον αγιογράφο, το πετυχαίνει. Η προσοχή του θεατή αμέσως επικεντρώνεται στον κύρη με τα παχιά κορακιού φρύδια, το μαύρο μουστάκι και τα καλοχτενισμένα μαλλιά, που είναι καβάλα στ’ άλογο του.
Πέρα όμως από τη μίξη των χρωμάτων, τις συνθέσεις άξιο προσοχής και μελέτης είναι και οι επιγραφές που συνοδεύουν τις ζωγραφιές. Μπορεί να είναι ανορθόγραφες και ασύντακτες μας δίνουν όμως και τις επικρατούσες ιδέες της εποχής, όπως συμβαίνει με την επιγραφή στη ζωγραφιά του Ερμή ,«θεός των κλεπτών». Η λαϊκή ρήση «δούλεψε για να ζήσεις και κλέψε για να αποκτήσεις» αποδίδονταν συνήθως στην τάξη των εμπόρων. Ο Θεόφιλος αυτό το γνώριζε , δε ζωγραφίζει όμως κάποιο έμπορο να κλέβει αλλά μέσα από τη μυθολογία περνά το κριτικό σχόλιό του γι’ αυτό που συνέβαινε στις μέρες του.
H μελέτη έργων του Θεόφιλου πέρα από αυτών που συναντάμε στην οικία Κοντού, όπως «το λιομάζεμα» και «μέγα αρτοποιείο» μπορούν να μας δώσουν το έναυσμα να στήσουμε ένα πρόγραμμα Περιβαλλοντικής, Αγωγής Υγείας και Πολιτισμού που θα έχει σχέση με τη γεωργία, το σιτάρι και το ψωμί ,την ελιά και το λάδι.
Η τέχνη μπορεί να γίνει το μέσο που θα ανοίξει νέους δρόμους στις παιδαγωγικές μας αναζητήσεις και προσεγγίσεις, όπου το βίωμα, η γνώση και το συναίσθημα πάνε αντάμα.

Στην πράξη…στο Μουσείο του Θεόφιλου στην Ανακασιά του Πηλίου

  • Υποδοχή των παιδιών στην αυλή του Μουσείου-Ασκήσεις γνωριμίας
  • «Η καλημέρα των χρωμάτων», ένα παραμύθι για μικρούς
  • «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ζωγράφος…» αφήγηση της ζωής και του έργου του Θεόφιλου
  • Χωρισμός σε ομάδες
    Για την πρώτη ομάδα ήρθε η ώρα της ξενάγησης
    Η μουσική… συναντά τα χρώματα και εκείνα απλώνονται στις ζωγραφιές της δεύτερης ομάδας ή εργαζόμαστε στο σχετικό τετράδιο έκδοσης του ΚΠΕ
  • Όλοι μαζί ζωγραφίζουμε κάτι από αυτά που είδαμε, ακούσαμε ή φανταστήκαμε
  • Ώρα του αποχωρισμού… και κύκλο φτιάχνουμε όπου ο καθένας το χρώμα του θα πει.. ίσως και το συναίσθημά του
  • Αξιολόγηση προγράμματος
    Βιβλιογραφία:
    [1] Νικονάνου Νίκη (2005) Ο ρόλος της μουσειοπαιδαγωγικής στα σύγχρονα μουσεία, άρθρο στο τετράδια μουσειολογίας τεύχος 2, 2005, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
    [2] Σκουτέρη -Διδασκλάλου Ε., (1994) Λαογραφικά Μουσεία, Πολιτισμική Ταυτότητα και Ιστορική Μνήμη: Όροι και Επισημάνεις πρακτικά Α΄ Συνάντησης Λαογραφικών Μουσείων στα Πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου, Αθήνα: Ελληνική Εταιρεία Λαογραφικής Μουσειολογίας
    [3] Μούλιου Μάρλεν. (2003) Μουσειακές Εκθέσεις: Από τη θεωρία στην Πράξη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σημείωση:Το Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας το 2006 προχώρησε στην έκδοση του τετραδίου "Θεόφιλος Χατζημιχαήλ-Η γνωριμία με το έργο του είναι ένα παράθυρο στη φύση"για τον εκπαιδευτικό και το μαθητή. Τα κείμενα και ο σχεδιασμός των ασκήσεων είναι του Τσιμπλούλη Γεράσιμου, η σελιδοποίηση και η επιμέλεια της έκδοσης είναι του Γκράσσου Γιώργου και τις διορθώσεις έκανε ο Βίγκλας Παναγιώτης.