Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Ε.Α.Α.


Περιβαλλοντική Εκπαίδευση

Εκπαίδευση για την Αειφορία

του Τσιμπλούλη Γεράσιμου
Δάσκαλου –μέλους της Π.Ο. του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας


Το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι « τι αυτό που δημιουργεί την περιβαλλοντική κρίση;»
Ο συγγραφέας Μακ Κίμπεν μίλησε για «το τέλος της φύσης», γατί ο σημερινός άνθρωπος της Δύσης αντιμετωπίζει τη φύση με τη διαμεσολάβηση της ανθρώπινης τεχνολογίας. Τα επιτεύγματα της δυτικής κοινωνίας στηρίζονται και στη δραστική μείωση της υποταγής του ανθρώπου στις δυνάμεις και στους περιορισμούς της φύσης. Ακόμα και σε εκείνα τα μέρη του κόσμου όπου η παραδοσιακή σχέση συνύπαρξης με τη φύση είναι αισθητή, η ίδια η φύση επηρεάζεται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι ντόπιοι κάτοικοι των τροπικών δασών του Αμαζονίου βλέπουν το φυσικό τους περιβάλλον να αλλάζει από τις αναπτυξιακές πολιτικές. Οι παραδοσιακοί ψαράδες του Ειρηνικού βλέπουν τα αλιεύματά τους να λιγοστεύουν εξαιτίας της «σύγχρονης» αλιείας που επιβάλλουν οι ανεπτυγμένες χώρες. Οι αγροτικές πεδινές εκτάσεις του Μπάνγκλα Ντες, καταστράφηκαν από πλημμύρες στις αρχές του 1991. Αιτία του κακού οι καθοδηγούμενες από τη Δύση τακτικές αποξήρανσης και τα διάφορα αναπτυξιακά προγράμματα που προκάλεσαν διαβρώσεις στα ορεινά.. Η φύση δεν είναι πια αυτό που ήταν.
Και εμείς πώς απαντάμε σ’ αυτές τις περιβαλλοντικές προκλήσεις;
Μένουμε σε διαπιστώσεις και σε προτάσεις ή οραματιζόμαστε προηγούμενες κοινωνίες που υποτίθεται ότι βρίσκονταν σε μεγαλύτερη επαφή και αρμονία με τη φύση;
Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτή η άποψη για το παρελθόν ενισχύεται από το πρίσμα υπό το οποίο κοιτάζουμε συνήθως την Ιστορία. Έτσι όταν μελετούμε προηγούμενους πολιτισμούς, τείνουμε να ερμηνεύσουμε την πορεία τους και την κατάρρευσή τους με πολιτικούς και οικονομικούς όρους. Ωστόσο σήμερα έρχονται στο φως της δημοσιότητας μελέτες που εξηγούν την καταστροφή πολιτισμών με οικολογικούς βασικά παράγοντες.
Κατά τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους ο άνθρωπος φαίνεται να υποτάσσεται στη φύση, η οποία ταυτίζεται με το θείο και προσπαθεί να δώσει ερμηνείες στις απορίες του με τους μύθους. Και όμως τα περιβαλλοντικά προβλήματα υπήρχαν ως απόρροια της ανθρώπινης δράσης.
Οι Σέιμουρ και Τζιραρντέ (1990) υποστηρίζουν πως σημαντικοί οικολογικοί παράγοντες βρίσκονται πίσω από την καταστροφή του Μινωικού πολιτισμού. «…Ο πληθυσμός των Κρητών ήταν πολύ μεγάλος κατά τη Μινωική Εποχή. Η Κρήτη έκανε εξαγωγές τροφίμων εκείνο τον καιρό: ο χρυσός, ο χαλκός, οι πολύτιμοι λίθοι και άλλες πολύτιμες πρώτες ύλες που βρέθηκαν σε αφθονία χάρη στις ανασκαφές αγοράστηκαν όλες χάρη στην εξαγωγή τροφίμων. Οι Κρήτες της Μινωικής Εποχής έχασαν την καλλιεργήσιμη γη τους και αυτό αποδυνάμωσε και εντέλει κατέστρεψε τον πολιτισμό τους. Η ηφαιστειακή έκρηξη της Θήρας ήταν μόνο η χαριστική βολή».
Επίσης την εποχή της ναυπήγησης της Αργούς τα κυπαρισσοδάση του νότιου Αιγιακού χώρου έτειναν να εξαφανιστούν λόγω της ληστρικής εκμετάλλευσής τους από τους Μινωίτες και τους Μυκηναίους. Έτσι οι ναυπηγοί της εποχής αναγκάστηκαν να στραφούν σε άλλες πηγές ναυπηγικής ξυλείας.
Το 17ο και 18ο αιώνα ο Διαφωτισμός οδηγεί τον άνθρωπο να θεωρηθεί πως η δημιουργία του κόσμου, η φύση υπάρχει για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του. Είναι η κορυφή της πυραμίδας. Στη συνέχεια ο Ρουσσώ με το έργο του μας παραπέμπει σε μια βουκολική και φυσιολατρική σχέση με το περιβάλλον. Υπάρχει ένας θαυμασμός στη σοφία των πρακτικών των αγροτικών πληθυσμών των ιθαγενών.
Όμως η θεωρία του Δαρβίνου θα περάσει και στις κοινωνικές επιστήμες, ώστε να έχουμε ιδέες της εξέλιξης και της "επιβίωσης των ανταγωνιστικότερων" κοινωνιών. Οι πολιτισμοί ιεραρχούνται σε κατώτερους και ανώτερους. Αυτή η θεώρηση συνεχίζει να υπάρχει ως τις μέρες μας, όπου η υπεροχή του δυτικού πολιτισμού, ως σκέψη, ως σύστημα αξιών και ως τρόπος ζωής επιβάλλεται σε όλο τον πλανήτη.
Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε πως σ’ αυτή την ιστορική διαδρομή ο άνθρωπος και η φύση έχουν μια διαλεκτική σχέση. Ο άνθρωπος προσπαθεί να κατανοήσει, να τιθασεύσει, να υποτάξει, να μιμηθεί τη φύση, ενυπάρχοντας όμως αντικρουόμενες απόψεις, από τη μια ο άνθρωπος κυρίαρχος της φύσης και από την άλλη μέρος αυτής.
Η μελέτη αυτή μας οδηγεί σε δυο σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον καταρρίπτεται κάθε υπέρμετρη ρομαντική άποψη για το πόσο καλή ήταν η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον στο παρελθόν. Δεν είμαστε λοιπόν οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε οικολογικά προβλήματα. Αυτό δεν πρέπει να μας καθησυχάζει, γιατί οδηγούμαστε στο δεύτερο συμπέρασμα πως τα οικολογικά προβλήματα μπορούν να συντελέσουν στην κατάρρευση πολιτισμών και στον αφανισμό ολόκληρων κοινωνιών.
Οι οικολογικές ομάδες έπαιξαν το μεγαλύτερο ρόλο για να έλθουν στο προσκήνιο τα Πράσινα ζητήματα, δεν ήρθαν όμως σε απότομες ρήξεις με τις τρέχουσες κοινωνικές συμβάσεις. Δεν προχώρησαν σε κριτική της βασικά καπιταλιστικής «βιομηχανικής κουλτούρας» μας.
Απέναντι στον πράσινο καταναλωτισμό που ουσιαστικά δεν αλλάζει τον τρόπο της ζωής μας, μερικοί οικολόγοι συγκρότησαν μια νέα συνεκτική και ριζοσπαστική Πράσινη σκέψη. Η Πράσινη ιδεολογία θέτει μια πρόκληση σε πολλά από τα αξιώματα του Διαφωτισμού που επικρατούν στην κοινωνία μας. Αμφισβητεί την αφοσίωσή μας στην οικονομική ανάπτυξη και στην υλική πρόοδο. Εξαίρει τη λιτότητα και την αυτοσυγκράτηση. Ευνοεί τον ολισμό έναντι του ατομικισμού. Όλη η φύση δικαιούται τον ίδιο ηθικό σεβασμό που μέχρι τώρα κατέχει ο άνθρωπος.
Οι Πράσινοι παίρνουν στα σοβαρά τα οικολογικά μας προβλήματα. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα για να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας και πρώτων υλών και να ελαττωθεί δραστικά η ρυπογόνα συμπεριφορά μας. Κατά την άποψή τους, πρέπει να μειώσουμε τις απαιτήσεις μας για τα υλικά αγαθά και να μάθουμε να απολαμβάνουμε πιο απλούς και βιώσιμους τρόπους ζωής. Οφείλουμε να προχωρήσουμε στην αποκέντρωση των κοινωνιών μας και να μάθουμε να ζούμε κυρίως με τους πόρους του τόπου μας.
Ενώ η πράσινη σκέψη φαίνεται πως είναι ο μονόδρομος για τη λύση της περιβαλλοντικής κρίσης απέτυχε ως πολιτική πρακτική.
Σήμερα στις κοινωνικές επιστήμες τείνει να επικρατήσει η αντίληψη πως η φύση δεν είναι μια αιώνια και αναλλοίωτη ουσία έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. Ιδιαίτερα η Κοινωνική Ανθρωπολογία προωθεί μια διαλεκτική αντίληψη για τη σχέση φύσης και πολιτισμού. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και η εξέλιξή του πραγματοποιείται διαμέσου των αντενεργειών του με αυτήν. Η κοινωνικοποίηση της φύσης και ο συνεχής διάλογος με τον πολιτισμό επηρεάζουν τις ίδιες τις λειτουργίες της (Νιτσιάκος 1991). Στη φύση λοιπόν είναι ενσωματωμένη η ιστορία της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η προστασία του περιβάλλοντος λοιπόν δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνικό και πολιτικό αλλά και θέμα πολιτισμού. Η διαμόρφωση στάσεων και αξιών για την προστασία και την αειφορική του διαχείριση περνά μέσα από την εκπαίδευση. Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση δε πρέπει να στοχεύει μόνο στην ενημέρωση και στην ευαισθητοποίηση για τα μείζονα περιβαλλοντικά προβλήματα αλλά και στην υιοθέτηση μιας πολιτικής που θα οδηγεί σε σοφές και δίκαιες αποφάσεις για τη χρήση των παγκόσμιων φυσικών πόρων. Η δικαιοσύνη απέναντι στις επερχόμενες γενιές απαιτεί μια πιο σφικτή πολιτική για το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, όπου συνεπάγεται θυσίες από τις σημερινές γενιές στα πλούσια έθνη. Ο σημερινός δυτικός τρόπος σκέψης και ζωής δεν εγγυάται προς το παρόν μια ισορροπία και αρμονία των ανθρώπινων δράσεων και της φύσης. Το κυρίαρχο μεταβιομηχανικό πνεύμα της υλικής αφθονίας παραμένει στη θέση, πως ο κόσμος δημιουργήθηκε για τον άνθρωπο. Η βίωση στην καθημερινότητά μας προβλημάτων που εστιάζονται στο περιβάλλον μας οδηγεί σε μια νέα θεώρηση, αυτή της Αειφόρου Ανάπτυξης με εργαλείο της και την Εκπαίδευση.
Η Εκπαίδευση θα πρέπει να οδηγήσει στην κατάργηση κοινωνικών στερεοτύπων (π.χ υπεροχή του δυτικού πολιτισμού, εγωκεντρική-ανθρωποκεντρική προσέγγιση της φύσης) και αλλαγή του αξιακού συστήματος, ώστε να οδηγηθούμε στην αλλαγή στάσεων και συμπεριφορών, που θα συμβάλλουν στην κοινωνική και «περιβαλλοντική» συνοχή που θα οδηγεί στη δράση για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Η Εκπαίδευση πρέπει να ανατροφοδοτείται και να είναι ευέλικτη, ώστε να ανταποκρίνεται στις στρατηγικές της Αειφόρου Ανάπτυξης.
Επομένως η Π.Ε. ως ένα κομμάτι της Εκπαίδευσης δε θα πρέπει να μείνει περιχαρακωμένη σε πρακτικές του παρελθόντος. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος η Π.Ε. δε μπορεί να αποτελεί «προνόμιο» ενός μέρους του μαθητικού πληθυσμού, ούτε όαση ενός εκπαιδευτικού συστήματος που αποσκοπεί στην άμεση μετάδοση, απομνημόνευση και αναπαραγωγή της γνώσης.
Για τη Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση πρέπει να ακολουθηθεί το Πολυεπιστημονικό Μοντέλο ή Μοντέλο του Εμβολιασμού όπου η Π.Ε. ενσωματώνεται στο περιεχόμενο των μαθημάτων. Τα νέα διδακτικά βιβλία κινούνται προς αυτή την αρχή, χρειάζεται όμως περισσότερη προσπάθεια. Ο χρόνος της Ευέλικτης Ζώνης άνετα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για προγράμματα Π.Ε.
Για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μπορεί να ακολουθηθεί το Διεπιστημονικό Μοντέλο όπου η Π.Ε. οργανώνεται ως ξεχωριστός τομέας, όπου συνεργάζονται διαφορετικές επιστήμες και μαθήματα και να ενσωματωθεί στο κανονικό ωρολόγιο πρόγραμμα. Για να μην υπάρξει παρεξήγηση δεν εννοούμε η Π.Ε να έχει τη μορφή μαθήματος, όπως αυτή την οποία γνωρίζουμε, αλλά ο εκπαιδευτικός μαζί με τους μαθητές του να σχεδιάζει και να υλοποιεί projects, όπου οι διερευνητικές και εποικοδομιστικές μέθοδοι διδασκαλίας συντελούνται μέσα σε ομαδοσυνεργατικά πλαίσια κοινωνικής οργάνωσης της σχολικής τάξης.
Συνοψίζοντας γίνεται αντιληπτό πως η Π.Ε. πρέπει να συνεχίσει προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσής της στην Εκπαίδευση που στοχεύει στην Αειφόρο Ανάπτυξη. Θα πρέπει όμως εδώ να παραθέσω την άποψη του καθηγητή Μιχάλη Σκούλλου που με βρίσκει σύμφωνο, «…μόνο με την εκπαίδευση δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε την κοινωνία και την οικονομία και να προστατεύσουμε το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους και να επιτύχουμε αειφόρο ανάπτυξη. Η εκπαίδευση είναι τμήμα μιας μεγαλύτερης παρέμβασης της λεγόμενης «διακυβέρνησης». Ως διακυβέρνηση θεωρούμε το σύνολο των ενεργειών και των διατεταγμένων οργανωμένων λειτουργιών μιας κοινωνίας η οποία μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα. Μόνο με την εκπαίδευση δεν μπορούμε λοιπόν να δράσουμε και να έχουμε αποτέλεσμα, καθώς χρειαζόμαστε και νομοθεσία/θεσμούς, τεχνολογία κ.α.»
Τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης μπορούν να έχουν ρόλο πρωταγωνιστικό, ανταποκρινόμενα στις ανάγκες της τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί τόσο με νομοθετικές ρυθμίσεις όσο και με το άνοιγμά τους και σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Το κάθε Κ.Π.Ε. θα πρέπει να αποτελεί κέντρο επιμόρφωσης για τους εκπαιδευτικούς της περιοχής του. Μια επιμόρφωση που θα είναι εις βάθος χρόνου (μοντέλο επιμόρφωσης προγράμματος ΜΕΛΙΝΑ). Επίσης στενότερη διασύνδεση με τα σχολεία που υλοποιούν προγράμματα των Κ.Π.Ε, γιατί ο χρόνος υλοποίησης των προγραμμάτων είναι μικρός για να έχουμε επίτευξη της στοχοθεσίας.
Συνάμα και ο ρόλος των Υπευθύνων δε θα πρέπει να σταματά στην διεκπεραίωση της αλληλογραφίας, αλλά να έχει ρόλο συμβουλευτικό και καθοδηγητικό, ίσως η θέσπιση Συμβούλου Καινοτόμων Δράσεων έδινε μια νέα δυναμική στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Βιβλιογραφία
Δημητρίου Σ., Η εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος IV, Αθήνα: Καστανιώτης, 1996
Ματσαγγούρας Η., Η διαθεματικότητα στη σχολική γνώση, Αθήνα: Γρηγόρη, 2004
Χημικό Τμήμα Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεθοδολογία για την εφαρμογή εκπαιδευτικών υλικών στην Εκπαίδευση για το Περιβάλλον και την Αειφορία, Αθήνα: 2003
Hall St.- Held D.-McGrew A., Η Νεωτερικότητα Σήμερα, Αθήνα: Σαββάλας, 2003

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση που έγινε στο 15ο Πανελλήνιο Συνέδριο των Κ.Π.Ε, που πραγματοποιήθηκε στην Κλειτορία (26-29/6/ο8)

Δεν υπάρχουν σχόλια: