Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Μουσείο Μακρινίτσας: Μηνύματα από το παρελθόν στο σήμερα


Οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από μια αδιάκοπη, γρήγορη και διαρκή αλλαγή. Αυτή είναι και η κύρια διάκριση με τις παραδοσιακές κοινωνίες. Ο Άντονι Γκίντενς ισχυρίζεται πως «σε παραδοσιακές κοινωνίες, το παρελθόν είναι αντικείμενο σεβασμού και τα σύμβολα έχουν αξία επειδή περιέχουν και διαιωνίζουν τα βιώματα των γενεών» και ότι «η παράδοση είναι τρόπος αντιμετώπισης του χρόνου και του χώρου, που εντάσσει κάθε δραστηριότητα ή εμπειρία στη συνέχεια του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον, ο χώρος και ο χρόνος με τη σειρά τους συγκεντρώνονται μέσα από επαναλαμβανόμενες κοινωνικές πρακτικές. Αντιθέτως, η νεωτερικότητα δεν ορίζεται μόνο ως η εμπειρία του να ζει κανείς μέσα στη γρήγορη, ευρεία και αδιάκοπη αλλαγή, αλλά ως μία ιδιαίτερα αναστοχαστική μορφή ζωής, όπου οι κοινωνικές πρακτικές συνεχώς εξετάζονται και αναμορφώνονται στο φως των νέων δεδομένων σχετικά μ’ αυτές καθαυτές τις πρακτικές, μεταβάλλοντας έτσι θεμελιακά το χαρακτήρα τους».
Τα Μουσεία σε ένα κόσμο που αλλάζει μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις με νέες εμπνεύσεις.
Το μουσείο ως χώρος διατήρησης της συλλογικής μνήμης και ιστορίας μέσα από τα υλικά τεκμήρια δίνει τη δυνατότητα στους επισκέπτες να ανιχνεύσουν και να μελετήσουν πολιτιστικές ιδέες και αρχές, κοινωνικές αλλαγές, σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με ανάλογα εκπαιδευτικά προγράμματα που θα στηρίζουν αυτή την προσέγγιση και θα μετατρέπουν το μουσείο από ένα μουντό χώρο σε πεδίο δράσης και έρευνας, σε χώρο χαράς και συγκίνησης.
«Κάθε μουσειακό αντικείμενο δεν υπάρχει καθαυτό αλλά αποκτά πολυσήμαντο χαρακτήρα και αξία μέσα από τη διαδικασία της ερμηνευτικής του προσέγγισης. Έτσι ένα αντικείμενο μπορεί παράλληλα να παρουσιαστεί ως έργο τέχνης, ως χρηστικό αντικείμενο, ως σύμβολο αξιών και πομπό κοινωνικών και ιδεολογικών μηνυμάτων που αφορούν και τη σύγχρονη κοινωνία» (Μούλιου 2003).
Πλησιάζοντας λοιπόν το Μουσείο της Μακρινίτσας και τα εκθέματά του με μια άλλη οπτική και ερμηνευτική προσέγγιση θα κατανοήσουμε πως το περιβάλλον δεν είναι η εξωτερική πραγματικότητα που μας εγκλωβίζει στους νόμους του και στην απειλή του είναι μας. Αν και ο άνθρωπος της Δύσης με τον «ορθό λόγο» έδωσε απαντήσεις σε πολλά ερωτήματά του, συνάμα έφερε την αταξία στο φυσικό περιβάλλον διασπώντας τον κύκλο της ζωής με αποτέλεσμα το κάθε οικοσύστημα να μεταβάλλεται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η προστασία του περιβάλλοντος λοιπόν δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνικό και πολιτικό αλλά και θέμα πολιτισμού. Η διαμόρφωση στάσεων και αξιών για την προστασία και την αειφορική του διαχείριση περνά κύρια μέσα από την εκπαίδευση. Το μουσείο ως χώρος και άτυπης εκπαίδευσης έχει να δώσει πολλά.
Το Μουσείο Λαϊκής  Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου, στη Μακρινίτσα, περιμένει τους επισκέπτες την Κυριακή 20 Μαΐου και ώρα 11 το πρωί να ανακαλύψουν τι υπάρχει πίσω από τα εκθέματα.
Η Μακρινίτσα, χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός, αποτελεί πεδίο της προσέγγισής μας μέσα από την οπτική της κοινωνικής μεταβολής.
Οι τοπικές κοινωνίες σήμερα βιώνουν ριζικές αλλαγές, ώστε οι παλιές α-ιστορικές και στατικές προσεγγίσεις που δημιουργούν μια μυθοποιητική εξιδανίκευση όπου ο Έλληνας χωρικός είναι εγγυητής της συνέχειας του λαϊκού πολιτισμού, να τίθενται στο περιθώριο.
Το φυσικό περιβάλλον της Μακρινίτσας καθόρισε τις πρωτογενείς παραγωγικές δραστηριότητες των κατοίκων της. Η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν οι δύο βασικές δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν σε μια πρώτη ιστορική φάση του χωριού. Η σηροτροφία, η υφαντική και η βυρσοδεψία σήμαναν τη μετάβαση από την αυτάρκεια στην εμπορευματοποίηση της οικονομίας. Το εμπόριο οδήγησε στην οικονομική απογείωση, την κοινωνική ευμάρεια και την πολιτιστική άνθιση που καθρεφτίζεται σήμερα στα αρχιτεκτονικά της κατάλοιπα. Επομένως η οικειοποίηση των φυσικών πόρων με τις θρησκευτικές δοξασίες και τελετουργίες, οι παραγωγικές σχέσεις με τις κοινωνικές δομές, οι υλικές πλευρές του πολιτισμού με τις πνευματικές αναδεικνύουν τη βαθύτερη σχέση των ανθρώπων με το περιβάλλον.
Σήμερα η πλατεία του χωριού, το παζάρι, έπαψε να είναι το οικονομικό κέντρο της τοπικής κοινωνίας και ο χώρος συνεύρεσης του ανδρικού πληθυσμού. Οι οικονομικές δραστηριότητες απλώνονται στο δρόμο που ξεκινά από τη Μπράνη και φθάνει στην πλατεία. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια μικρομάγαζα με είδη «λαϊκής» τέχνης προβάλλουν στον αμαξωτό δρόμο Μπράνη-Πρεβαντόριου.
Οι εκκλησίες συνεχίζουν να αποτελούν χώρους για την εκπλήρωση των θρησκευτικών αναγκών των κατοίκων. Έπαψαν όμως προ πολλού να έχουν τον χαρακτήρα της ενοριακής εκκλησίας. Σήμερα στέκονται κλειδαμπαρωμένες περιμένοντας τη μέρα που γιορτάζουν για να λειτουργηθούν.
Οι κρήνες, κοινοτικές βρύσες, προσέφεραν σε ανθρώπους και ζώα το μεγάλο δώρο της φύσης, το νερό. Γυναίκες και κοπέλες έρχονταν στην κρήνη να το πάρουν, μα και για να πλύνουν τα ρούχα. Μέχρι να γεμίσει το γκιούμ(ι) ή η στάμνα, έπιαναν την κουβέντα σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα. Παλικάρια σταματούσαν σ’ αυτή για να πάρουν μια ανάσα, να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν τα ζωντανά τους, να ρίξουν μια κλεφτή ματιά στην αγαπημένη τους. Σήμερα οι κρήνες γίνονται μάρτυρες μιας άλλης εποχής, αξιοθέατο προς τέρψη των επισκεπτών και πεδίο μελέτης για μαθητικές ομάδες.
Ανάμεσα λοιπόν στην παράδοση και τη νεωτερικότητα αναπτύσσεται μια δυναμική που εκφράζεται με θέση, αντίθεση και τελικά σύνθεση. Η αναθέρμανση και η επιστροφή αυτή, στην παράδοση, να μην καταντήσει άγονος και επιζήμιος δρόμος, εθνικισμός και προγονοπληξία (Αναγνωστόπουλος Β. 2005).
 Η επίσκεψη στο Μουσείο της Μακρινίτσας δίνει την αφορμή για μάθηση και για προβληματισμό για τις σχέσεις που οικοδομούνται από το σύγχρονο άνθρωπο με το φυσικό, κοινωνικό, ιστορικό και πολιτιστικό περιβάλλον.
Καλούμε τον κάθε επισκέπτη να μη σταματήσει στην πλατεία και στις γευστικές απολαύσεις αλλά να συνεχίσει τον περίπατό του και να κατηφορίσει μέχρι το αρχοντικό Τοπάλη-Μουσείο.