Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Ο φαντασμένος βασιλιάς


Ένα παραμύθι από το Αφγανιστάν
Ο Φαζολά είναι από το Αφγανιστάν και διαμένει στον Ξενώνα Ασυνόδευτων Ανηλίκων Αιτούντων Άσυλο της Ελληνικής Μέριμνας, στη Μακρινίτσα Πηλίου. Ζει κάτω από την ίδια στέγη με παιδιά που κατάγονται από την Αιθιοπία, το Αφγανιστάν, τη Γουινέα, το Ιράν, τη Σομαλία και το Σουδάν. Στις «αποσκευές» του κουβαλά μνήμες και βιώματα, τραγούδια και παραμύθια από την πατρίδα του, όπως και τα άλλα παιδιά του Ξενώνα.
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα πολύ μεγάλο και όμορφο δάσος ζούσε μία αγέλη από λιοντάρια. Μέσα σε αυτή την αγέλη υπήρχε ένα μικρό λιοντάρι που ήταν πολύ φαντασμένο. Κάθε φορά η μητέρα του έλεγε ότι είναι πολύ επικίνδυνο να πλησιάζει τους ανθρώπους. «Καλύτερα να τους αποφεύγεις γιατί θέλουν να σε πιάσουν».
Το μικρό λιοντάρι όσο μεγάλωνε τόσο πιο πολύ δυνατό γινότανε και δε λογάριαζε αυτά που του έλεγε η μάνα του. Όλο και πιο πολύ φαντασμένο γινόταν.
«Ποιοι είναι αυτοί άνθρωποι που όλοι μου λένε να μην πλησιάζω; Γιατί να μην απομακρύνομαι από εδώ που μένουμε; Είναι πιο δυνατοί από εμάς που είμαστε οι βασιλιάδες στο δάσος;»
Όταν το λιοντάρι μεγάλωσε και τελικά έγινε πολύ δυνατό, πήρε την απόφαση να πάει στους ανθρώπους. Ήθελε να μάθει τελικά τι ράτσα είναι οι άνθρωποι. Εγκατέλειψε το δάσος που ζούσε. Στο δρόμο του τον πρώτο που συνάντησε ήταν ένας ταύρος και σκέφτηκε ότι αυτός θα είναι ο άνθρωπος γιατί είναι πολύ μεγάλος και δυνατός. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:
-Εσύ είσαι άνθρωπος;
Μόλις ο ταύρος είδε το λιοντάρι φοβήθηκε πολύ και τρομαγμένος του απάντησε:
-Όχι κύριε, εγώ είμαι ταύρος. Οι άνθρωποι είναι πολύ επικίνδυνοι. Μας πιάνουν και μας βάζουν να κάνουμε πολύ δύσκολά πράγματα, να δουλεύουμε. Και είπε και άλλα πολλά κακά πράγματα για τους ανθρώπους.
Μόλις άκουσε αυτά τα πράγματα από τον ταύρο το λιοντάρι, μεγάλωσε ακόμα περισσότερο η λαχτάρα του να γνωρίσει τους ανθρώπους. «Τι ράτσα είναι αυτοί οι άνθρωποι, που πιάνουν ένα τόσο μεγάλο ταύρο και τον βάζουνε να δουλεύει;»
Φεύγοντας από τον ταύρο βρήκε στο δρόμο μια καμήλα. Μόλις την είδε αμέσως σκέφτηκε «σίγουρα αυτή θα είναι άνθρωπος».
-Εσύ είσαι ο άνθρωπος, την ρώτησε;
Μόλις η καμήλα είδε το λιοντάρι τρόμαξε και του είπε:
-Όχι εγώ δεν είμαι άνθρωπος, εγώ είμαι καμήλα. Και του εξήγησε ότι οι άνθρωποι έχουν δύο πόδια, είναι κακοί και βάζουν τις καμήλες να δουλεύουν πολύ σκληρά. Στο νεαρό λιοντάρι η λαχτάρα μεγάλωσε ακόμα περισσότερο να γνωρίσει τους ανθρώπους. «Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που τα καταφέρνουν να κάνουν ότι θέλουν σε τόσο δυνατά ζώα όπως είναι ο ταύρος και η καμήλα; Τι ράτσα είναι και πώς τα καταφέρνουν όλα αυτά με δύο μόνο πόδια; Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος να τρομάζει τα ζώα τόσο πολύ και να φεύγουν μακριά του;»
Παράτησε και την καμήλα και καθώς προχωρούσε μέσα στο δάσος συνάντησε ένα γέρο ξυλοκόπο και σκέφτηκε μέσα του, «αυτός σίγουρα θα είναι μία ράτσα από τους ανθρώπους». Προχώρησε προς αυτόν και τον ρώτησε:
-Μήπως είσαι εσύ άνθρωπος;
Μόλις ο ξυλοκόπος είδε το λιοντάρι από την τρομάρα του ανέβηκε ψηλά στο δέντρο και από ψηλά του απάντησε:
-Ναι εγώ είμαι άνθρωπος.
Μόλις άκουσε αυτό το λιοντάρι από το γέρο, μέσα του τον θαύμασε αλλά άρχισε και να γελάει και να του λέει:
-Εσύ είσαι άνθρωπος που δεν είσαι ούτε μια μπουκιά για μένα;
Ο ξυλοκόπος σκέφτηκε για λίγο και του απάντησε:
-Εγώ είμαι άνθρωπος και είμαι πολύ δυνατός.
Και το λιοντάρι του είπε:
-Κατέβα να αγωνιστούμε για να δούμε ποιος θα κερδίσει.
Και ο ξυλοκόπος αφού σκέφτηκε αρκετά είπε στο λιοντάρι:
-Δεν θα αγωνιστούμε τώρα επειδή τη δύναμή μου δεν την έχω μαζί μου αλλά την έχω αφήσει στο σπίτι. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να αγωνιστούμε εδώ και τώρα.
Το λιοντάρι επειδή ήτανε πολύ εγωιστής και δεν τα παράταγε εύκολα του είπε:
-Πήγαινε να φέρεις την δύναμή σου και εγώ θα σε περιμένω εδώ για να παλέψουμε.
Ο ξυλοκόπος είπε:
-Όχι δεν πάω, γιατί αν φύγω για να φέρω την δύναμή μου, εσύ θα βρεις ευκαιρία για να φύγεις.
- Όχι δεν θα φύγω, είπε το λιοντάρι.
- Όχι θα φύγεις, το ξέρω, είπε ο γέρος.
Το λιοντάρι έδωσε το λόγο του στον γέρο αλλά εκείνος πάλι δεν δέχτηκε και του είπε:
-Για να σε πιστέψω και να είμαι σίγουρος ότι δε θα φύγεις, να κάτσεις να σε δέσω στο δέντρο για να μη φύγεις.
Το νεαρό λιοντάρι επειδή ήτανε πολύ εγωιστής και επειδή ήθελε να παλέψει με τον άνθρωπο για να καταλάβει τι ράτσα είναι οι άνθρωποι, δεν κατάλαβε την πονηριά του γέρου και δέχτηκε να κάτσει να το δέσει.
Ο ξυλοκόπος κατέβηκε με την ησυχία του, πήρε ένα μεγάλο σκοινί και έδεσε το λιοντάρι στο δέντρο πολύ σφιχτά. Αφού σιγουρεύτηκε ότι είναι καλά δεμένο, πήγε και πήρε μία βέργα και είπε στο λιοντάρι:
-Αυτή είναι η δύναμή μου. Και άρχισε να χτυπάει το λιοντάρι τόσο πολύ που εκείνο δεν μπορούσε να σταθεί άλλο όρθιο. Μετά το άφησε να φύγει.
Το λιοντάρι κατάλαβε πως η μάνα του και ο πατέρας του είχανε δίκιο με αυτά που του είχανε πει, πως δηλαδή άνθρωπος είναι άλλη ράτσα και πως πρέπει να τον αποφεύγουν…
Το παραπάνω παραμύθι παρουσιάστηκε κατά τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων στις 18 Μαΐου 2010 στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου. Η μετάφραση έγινε απο το Μινέτο Μίλτο, Κοινωνιολόγο-εργαζόμενο στον Ξενώνα.

1 σχόλιο:

Artanis είπε...

Ωραία ιστορία, διδακτική...