Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Μέρες γιορτινές στη Μακρινίτσα…Στα χρόνια του παππού και της γιαγιάς

Τα Χριστούγεννα σε λίγες μέρες φτάνουν. Τα αρχοντόσπιτα, τα νοικοκυρόσπιτα μα και τα απλά φτωχά σπίτια του χωριού αστράφτουν από την πάστρα. Κάτω στρώθηκαν οι κουρελούδες και τα κιλίμια. Τα κρεβάτια σκεπάστηκαν με μπατανίες και καρπέτες.
Το κατώι μοσχοβολάει. Μήλα μέσα σε δίχτυα κρεμασμένα από τις περαστές και κυδώνια μέσα σε πανέρια. Οι κουραμπιέδες, τα φοινίκια και οι μπακλαβάδες περιμένουν για να γλυκάνουν μικρούς και μεγάλους.
Η αρχόντισσα του σπιτιού, η κυρα –Αριστέα, ξύπνησε χαράματα। Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Σήμερα θα σφαχτούν οι κότες και θα ετοιμαστούν τα λογής- λογής φαγητά.

«Δόμ’ κυρά τ’ αυγό, να σι σφάξου του μπιτνό,
δόμ’ μανιά τη γκλούρα, να μη σι τσούξου μι τη λούρα»,
λένε τα παιδιά της γειτονιάς που ήρθαν να βοηθήσουν κι αυτά στο σφάξιμο του πετεινού, που μετά θα γίνει σούπα για το γιορτινό τραπέζι। Μ’ ένα αυγό ή μια μικρή κουλούρα η κυρά θα φιλέψει τα παιδιά για το κόπο τους.
Ανήμερα Χριστούγεννα θα φιλέψει με μια αυγοκουλούρα τα εγγόνια της μα και κάθε παιδί που θα περάσει απ’ τ’ αρχοντικό της για να της ευχηθεί. Πρέπει να βιαστεί, έχει να ζυμώσει μπόλικες αυγοκουλούρες. Παίρνει ένα αυγό σφιχτά βρασμένο κι αφού το καθαρίσει, μέσα σε ζυμάρι το τυλίγει. Με τα χέρια της το πλάθει και σαν πουλί το φτιάνει. Βάζει μάτια, μύτη και ποδάρια και με πούπουλα από τη σφαγμένη κότα την κουλούρα στολίζει. Έπειτα σε ξεπυρωμένο φούρνο για λίγο την ψήνει, ίσαμε το ζυμάρι να ροδίσει.
Με το θάμπωμα της μέρας και σαν όλες οι δουλειές τελειώνουν, στο χειμωνιάτικο δίπλα στο τζάκι, η φαμίλια προσμένει να ακούσει και φέτος από παιδικές φωνές τα κάλαντα των Χριστουγέννων:
«Χριστούγεννα, πρωτούγεννα,
πρώτη γιορτή του χρόνου,
για βγέτε, ιδέτε, μάθετε,
όπου Χριστός γεννιέται…»
Η καμπάνα της Παναγίας θα σημάνει τη μεγάλη γιορτή. Ντυμένοι στα καλά τους όλοι, μικροί μεγάλοι θα έρθουν να λειτουργηθούν. Σαν απολύσει η εκκλησία, νύχτα θα ‘ναι ακόμα, στο γιορτινό τραπέζι όλη η οικογένεια θα γευτεί τις λιχουδιές που η κυρά –Αριστέα με τις κόρες και τις ψυχοκόρες της ετοίμασε. Μοσχομυρίζουν τα χριστόψωμα, αχνίζει η κοτόσουπα και η τηγανιά με το χοιρινό σου σπα τη μύτη. Στο τραπέζι και το φρούτο από το περιβόλι, το λαχανικό από τον μπαξέ και το κόκκινο κρασί από το αμπέλι. Όλα τα αγαθά του μόχθου, ευλογημένοι της γης καρποί.
Όλα καλά και άγια τούτες τις χρονιάρες μέρες εκτός από τους απρόσκλητους μουσαφίρηδες που κάθε χρόνο παραμονή Χριστουγέννων έρχονται για να αναστατώσουν το χωριό. Πλάσματα κακομούτσουνα με κουνελίσια μάτια, με μακριά ουρά και βρώμικα νύχια τριγυρίζουν σβέλτα καρτερώντας να τρυπώσουν στα κονάκια για να μαγαρίσουν τα φαγώσιμα. Τα καλικαντζάρια προσπαθούν μα και οι άνθρωποι γνωρίζουν πώς να προφυλαχθούν. Εκείνα πασχίζουνε να μπουν απ’ τις καμινάδες των τζακιών μα η φωτιά που καίει μέρα νύχτα τούτες τις μέρες, φράζει το δρόμο στα ξωτικά. Κάθε βράδυ η κυρ ’-Αριστέα, όπως και κάθε άλλη κυρά της Μακρινίτσας , θα λιβανίσει το σπιτικό της. Έτσι λοιπόν με το θυμίαμα, τη φωτιά και με ξόρκια πολλά διώχνουνε τα δαιμονικά.
Οι γιορτινές μέρες κυλούν ευχάριστα με τη λαχτάρα όλων να έχουν μια καλύτερη τύχη με τον καινούριο χρόνο.
Παραμονή της Πρωτοχρονιάς θα ζυμωθεί η βασιλόπιτα, όπου μέσα θα μπει ο παράς και μικρά τσακνάκια από ελιά, πουρνάρι, κλήμα κι άχυρο. Η βασιλιάτικη κουλούρια θα στολιστεί με αμύγδαλα και καρύδια καθώς και με κεντίδια που θα γίνουν με το πιρούνι. Η αρχόντισσα Τοπάλη στολίζει κάθε χρόνο τη βασιλόπιτά της μ’ ένα δικέφαλο αετό στη μέση. Πώς το καταφέρνει; Πολύ εύκολα, έχει μια ξύλινη σφραγίδα σαν αυτή της λειτουργιάς.
Τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς η κρήνη με τα λιοντάρια στο παζάρι, η κρήνη του Μπάτα, του Πολύζου, του Τσούκα, του Γιαρέντη, της Μεταμόρφωσης, της Αγίας Τριάδας, το Βρυσούλι κι όλες οι άλλες κοινοτικές βρύσες θα στολιστούν απ’ τα φιλέματα των κοριτσιών, που είναι γλυκίσματα και σπόροι. Είναι η σειρά των ανθρώπων να προσφέρουν κάτι στην κρήνη, που κάθε μέρα τους δίνει το μεγάλο της δώρο, το νερό.
Χαράματα Πρωτοχρονιάς οι κοπέλες θα έρθουν με τα γκιούμια τους να πάρουν το πρώτο νερό, το αμίλητο και μ’ αυτό θα ραντίσουν το σπιτικό τους λέγοντας την ευχή:

«Όπους τρέχ(ει) του νιρό
να τρέχ(ει) κι του βιο
στου σπίτ’ κι στου χουριό»
Το μεσημέρι στο τραπέζι ο κύρης θα κόψει τη βασιλόπιτα. Το πρώτο κομμάτι θα ‘ναι του Χριστού ή του Αγίου, το δεύτερο του σπιτιού, μετά το δικό του, της κυράς του…και πάει λέγοντας. Ο καθένας περιμένει τη σειρά του. Μετά η αγωνία για το ποιοι φέτος θα ‘ναι οι τυχεροί. Θα έχει τη διαχείριση των χρημάτων αυτός που θα βρει τον παρά. Σ’ εκείνον που θα πέσει το ξυλαράκι της ελιάς θα ‘χει καλό μαξούλι. Εκείνος που θα βρει το άχυρο θα έχει μεγάλη σοδειά στα σιτηρά. Το πουρνάρι θα δείξει αυτόν που τα κοπάδια του θα του δώσουν μπόλικο γάλα, μαλλί και κρέας. Τυχερός είναι κι αυτός που θα βρει το τσακνάκι απ’ τ’ αμπέλι, θα έχει καλό τρύγο και καλό κρασί.
Το δωδεκαήμερο κλείνει με τη γιορτή των Φώτων. Τη μέρα τούτη φωτίζονται κι αγιάζονται τα πάντα. Τα καλικαντζάρια γυρίζουν στα σπλάχνα της γης. Εκεί θα περιμένουν τα άλλα Χριστούγεννα για να ξανάρθουν και πάλι πάνω στη γη…
Χρόνια πολλά και του χρόνου με υγεία.

Μέλημα μας πέρα από την καταγραφή και την παρουσίαση παραδοσιακών εθίμων, πρέπει να είναι η εξέταση της δυναμικής και της λειτουργία των εθίμων μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, καθώς και τα μηνύματα που δίνουν στο σήμερα.
Μελετώντας τα παραπάνω έθιμα το πρώτο που διαπιστώνουμε είναι αρχή της αλληλοβοήθειας που χαρακτήριζε παλαιότερες κοινωνίες. Στις απλές ασχολίες υπήρχε πάντα το χέρι βοήθειας του γείτονα του συγχωριανού π.χ. τα παιδιά βοηθούσαν τις συντοπίτισσες νοικοκυρές στο σφάξιμο του πετεινού, παραμονή Χριστουγέννων.
Η δεύτερη επισήμανση σχετίζεται με το έθιμο «το φίλεμα της βρύσης». Ο λαϊκός άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να προσφέρει τα δικά του δώρα στην κρήνη (μέλι, βούτυρο, καρπούς, νομίσματα). Γνωρίζει καλά πως το δώρο θέλει το αντίδωρο για να υπάρξει συνέχεια στο δούναι και λαβείν μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης. Έτσι λοιπόν εφόσον η βρύση δίνει το δικό της δώρο στον άνθρωπο, το νερό, πρέπει και εκείνος να ανταποδώσει με το δικό του φίλεμα. Μπορεί αυτή η πράξη να φαντάζει παιδαριώδης στις μέρες μας. Αν όμως δούμε πίσω από την επιφάνεια της περιγραφής του εθίμου και των δοξασιών της εποχής, θα ανακαλύψουμε πως η φύση προσωποποιείται και μπαίνει στην ίδια θέση αξίας με τον άνθρωπο. Σήμερα ποια η θέση μας απέναντι στο περιβάλλον; Υπάρχει για να υπηρετεί τις ανάγκες μας;
Η τρίτη επισήμανση σχετίζεται με το τελετουργικό του ραντίσματος του σπιτιού με το αμίλητο νερό και την ευχή όπως τρέχει το νερό έτσι να τρέχουν και τα καλά στο σπίτι και στο χωριό. Το όμοιο φέρνει το όμοιο (ομοιοπαθητική μαγεία), ήταν μια αντίληψη ριζωμένη στη λαϊκή σκέψη. Θα σταθώ όμως στην ευχή που δεν σταματά στο σπίτι, αλλά θέλει και όλο το χωριό να προκόβει. Θεωρώ πως αυτό αποτελεί ένα δείγμα της κοινωνικής συνοχής πέρα από τις ταξικές διαφορές.
Η παράδοση ας αποτελεί έναν γόνιμο διάλογο του χτες με το σήμερα.
Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε:
Κώστας Λιάπης, Ώρες Πηλίου, εκδ. Πύλη, Αθήνα 1985
Κώστας Λιάπης, στο Πήλιο της παράδοσης, εκδ. Πύλη, Αθήνα 1990
Αποστολία Νάνου Σκοτεινώτη, Η Μακρινίτσα του Πηλίου-τόμος Β΄ εκδ. Κοινότητα Μακρινίτσας, Μακρινίτσα 1998

1 σχόλιο:

Artanis είπε...

Πολύ ωραία ανάρτηση για την πολυαγαπημένη Μακρυνίτσα...
Καλές γιορτές να έχετε, Χρόνια Πολλά!!!