Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Η ηλικία ως σύνορο στην καθημερινότητά μου


«Το σώμα βρίσκεται στο επίκεντρο ποικίλων διαφορετικών και αντιφατικών μεταξύ τους σκέψεων και θεωρήσεων: είναι γνώριμο αλλά ταυτόχρονα και ξένο, είναι «φυσικά δοσμένο» και ταυτόχρονα προσλαμβάνεται μόνο με συνάρτηση με πολιτισμικά και κοινωνικά δεδομένα. Είναι άρρηκτα δεμένο με το νου, αλλά ταυτόχρονα η υλικότητά του συχνά αντιπαρατίθεται με τις πνευματικές δραστηριότητες. Νομίζουμε ότι μας ανήκει, αλλά ξέρουμε ότι ελέγχεται και ρυθμίζεται από μια πληθώρα επιστημονικών λόγων, ειδικοτήτων, πρακτικών και τεχνολογικών εφαρμογών. Το νιώθουμε ως ολότητα, αλλά βλέπουμε την ολότητα του να θρυμματίζεται σε διακριτά μέρη και μεμονωμένες λειτουργίες. Φροντίζουμε για τη διατήρηση ενός νεανικού, σφριγηλού και σεξουαλικά επιθυμητού σώματος, αλλά μας κατακλύζει η αγωνία και ο φόβος για τη φθορά…». Ένας φόβος που συνδυάζεται με την ηλικία.
Αλήθεια τούτη την ώρα έρχονται στη μνήμη μου τα λόγια της μακαρίτισσας της μάνας μου που συχνά έλεγε «πώς πέρασε ο χρόνος, σαν χθες ήμουν…», μα και οι συνήθειες στο ντύσιμό της όπου στα 80 της τολμούσε και φορούσε ρούχα πολύχρωμα. Ρούχα που πολλές φορές της επισήμανα πως δεν ήταν για την ηλικία της. Της έβαζα ένα σύνορο στις επιλογές της, μα εκείνη το προσπερνούσε, το αγνοούσε, πήγαινε κόντρα σ’ αυτό που θεωρούταν αυτονόητο για τους συνομήλικους της.
Σήμερα εγώ στα 45 αναγνωρίζω πως το ντύσιμο είναι μια μορφή επικοινωνίας. Είναι ένα σύνορο μεταξύ του εσωτερικού μας κόσμου και του εξωτερικού, του κοινωνικού περίγυρου. Ανήκει σε εμάς, είναι κομμάτι μας, αφού το επιλέγουμε και το φέρουμε πάνω μας, δημιουργούμε μία ταυτότητα και ταυτόχρονα είναι κάτι που βρίσκεται ήδη έξω από εμάς. Μπορούμε να πούμε ότι με αυτά που φοράμε έχουμε μια πολύ προσωπική συνομιλία με τον κόσμο, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Είναι αξιοθαύμαστο το πώς το ντύσιμο μπορεί να είναι ταυτόχρονα ένα παραβάν που μας κρύβει και μια οθόνη που μας προβάλλει. Το επιλέγουμε όμως συνήθως κάτω από τις επιταγές της μόδας που καθορίζονται από το φύλλο και την ηλικία. Επομένως η ηλικία και το φύλο βάζουν όρια. Όρια που πολλές φορές θέλεις να παραβλέψεις άλλα υπάρχουν οι δικοί σου άνθρωποι για να σου το θυμίσουν, «μπαμπά δεν είναι για σένα αυτό το παντελόνι, αυτό το φορούν εικοσάρηδες» και έτσι υποχωρείς και αγοράζεις αυτό που «ταιριάζει» στην ηλικία σου. «…η εξωτερική εμφάνιση συμβολίζει την προσωπική τάξη ή αταξία, την εσωτερική ηρεμία, την ικανότητα για έλεγχο και πειθαρχία του εαυτού». Τι όμως θα θεωρήσουμε αταξία και μη πειθαρχία του εαυτού; Μήπως το ντύσιμο που δε συμβαδίζει με την ηλικία και το φύλο;
Κοιτάζοντας τη δράση των υποκειμένων στην καθημερινή τους ζωή, ιδίως αυτή που αφορά την κατανάλωση διακρίνεται ένας καταμερισμός σύμφωνα με το φύλο αλλά και με την ηλικία. Μέσα από τις αποφάσεις που παίρνουν για το τι αρμόζει ή δεν αρμόζει να αγοραστεί, πότε, για ποια χρήση και για ποιον, ορίζονται διαχωριστικές γραμμές, σύνορα και συγκροτούνται ταυτότητες και σχέσεις. Πρόκειται για ένα έμφυλο δίπολο όπου ο άντρας φτιάχνει, παράγει και συμβάλλει στην αύξηση του κεφαλαίου πραγματικού ή συμβολικού του νοικοκυριού και η γυναίκα καταναλώνει, ξοδεύει, τρώει. Όλως αντιθέτως η ρήση «χωρίς τη γυναίκα σπιτικό δε γίνεται», θέλει τις γυναίκες να βρίσκουν την καταξίωσή τους μέσα από την τιθάσευση της «φύσης» τους, δηλαδή της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς.
Σήμερα η ιδεολογία της κατανάλωσης θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε πως έχουμε μπει σε μια καινούρια εποχή, και ότι μια αποφασιστική ανθρώπινη επανάσταση χωρίζει την οδυνηρή και ηρωική εποχή της παραγωγής από την ευφορική εποχή της κατανάλωσης. Το «αγοράστε τώρα και πληρώστε αργότερα», ήρθε να αντικαταστήσει τα πουριτανικά θέματα της εργασίας, της αποταμίευσης, της κληρονομιάς. Αλλά αυτό φαινομενικά αποτελεί μια ανθρώπινη επανάσταση. Στην πραγματικότητα το άτομο υπηρετεί το βιομηχανικό σύστημα καταναλώνοντας τα προϊόντα του. Το σύστημα έχει ανάγκη τους ανθρώπους ως εργαζόμενους (μισθωτή εργασία), ως οικονόμους (φόροι, δάνεια), αλλά ολοένα και περισσότερο ως καταναλωτές.
Τα στιλ κατανάλωσης συχνά παίζουν μεγαλύτερο ρόλο για να προσδιοριστούν οι ταυτότητες και η συνείδηση των ανθρώπων παρά η θέση τους στο παραγωγικό σύστημα. Η εικόνα μας εξαρτάται το τι φοράμε, το τι καταναλώνουμε.
Στον πολιτισμό της καθημερινής ζωής τα εμπορικά κέντρα και οι εμπορικοί οδοί μετατρέπονται σε πεδία μιας τερπνής απόδρασης από τη συνηθισμένη συνείδηση της πραγματικότητας στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας. Shopping therapy. Οι εικόνες προσωπικοτήτων, ως πρότυπα που έχουν συνδεθεί με προϊόντα, χρησιμεύουν για να μας πείσουν, πως αγοράζοντας αυτά τα αγαθά, ταυτόχρονα συμμετέχουμε σε μια κοινή εμπειρία ενός πιο δυναμικού και αισθησιακού κόσμου. Τα πρότυπα διατάσσονται σε αρσενικό και θηλυκό. Παρότι προβάλλονται εικόνες-διαφημίσεις όπου ο άντρας καταπιάνεται με το μαγείρεμα ή την καθαριότητα του σπιτιού, θεωρώ πως συνεχίζεται η αναπαραγωγή παλαιών στερεοτύπων ανάμεσα στα δύο φύλα.
Το αρσενικό πρότυπο είναι το πρότυπο της απαίτησης και της επιλογής. Όλη η αρσενική διαφήμιση επιμένει στις στρατιωτικές και πουριτανικές αρχές της αδιαλλαξίας, της αποφασιστικότητας και της αρετής. Ο σύγχρονος άντρας ποιότητας είναι απαιτητικός και δεν επιτρέπει στον εαυτό του καμιά αδυναμία. Φροντίζει την εμφάνιση του και ξοδεύει περισσότερα από τη γυναίκα μιας και δε διαπραγματεύεται τις τιμές.
Το θηλυκό πρότυπο επιβάλλει στη γυναίκα να αρέσει στον εαυτό της. Απαιτούνται η αυταρέσκεια και η ναρκισσιστική φροντίδα. Κατά βάθος εξακολουθούμε να καλούμε τους άντρες να παίξουν το στρατιώτη και τις γυναίκες να παίξουν με τον εαυτό τους σαν με τις κούκλες. Η γυναίκα πασχίζει να ικανοποιηθεί μόνο και μόνο για να εισέλθει καλύτερα ως διεκδικούμενο αντικείμενο στον αρσενικό ανταγωνισμό, να αρέσει στον εαυτό της, για να αρέσει και στους άλλους. Το επάγγελμα της «γλάστρας» γυναίκας σε τηλεοπτικές εκπομπές μεγάλης τηλεθέασης επιβεβαιώνει την παραπάνω θέση πως η γυναίκα χρησιμοποιείται ως καταναλωτικό αντικείμενο.
Ο σύγχρονος άντρας, τον βλέπουμε παντού στις διαφημίσεις, καλείται κι αυτός να αρέσει στον εαυτό του. Η χρησιμοποίηση εκ μέρους του καλλυντικών ή το βάψιμο των μαλλιών παύουν να είναι ταμπού. Το σκουλαρίκι βρίσκει όλο και περισσότερους οπαδούς.
Η κατανάλωση φυσικά θέλει καταναλωτές ανεξάρτητα από το φύλο. Η ύπαρξη unisex ρούχων το επιβεβαιώνει. Παρόλα αυτά θεωρώ πως η κατανάλωση αναπαράγει έμφυλα πρότυπα και ίσως σε ορισμένα σημεία η δομική και ιεραρχική αντίθεση του αρσενικού και του θηλυκού να ενισχύεται.
Πέρα από το χώρο της ένδυσης, όπου η ηλικία γίνεται ένα σύνορο που καθορίζει τις επιλογές, βλέπω πως και ορισμένοι χώροι διασκέδασης ή κοινωνικής συνεύρεσης οριοθετούνται με γνώμονα την ηλικία. Ορισμένες π.χ καφετέριες της παραλίας του Βόλου συγκεντρώνουν νεανικό κενό, ώστε οι άνθρωποι της ηλικίας μου να νιώθουν «σαν τη μύγα μέσα στο γάλα», με αποτέλεσμα να αποφεύγουν τους χώρους αυτούς.
Θα πρέπει όμως να αναφέρω, πως πάντα υπάρχουν άτομα που προσπαθούν να περάσουν αυτά τα σύνορα που δημιουργούνται είτε από το φύλο είτε από την ηλικία. Ασφαλώς δεν μπορώ να γνωρίζω πως τους αντιμετωπίζουν οι μη συνομήλικοί τους. Εδώ ίσως μας βοηθήσουν οι σκέψεις συμφοιτήτριας μου που στο ερώτημα πώς κρίνει τα άτομα μεγάλης ηλικίας π.χ σαραντάρηδες να ντύνονται όπως στη δική της ηλικία, μας απάντησε: «Αν είναι όλο το live stile και έχει φυσικά τις ανάλογες αναλογίες (σωματικές) νομίζω πως δε θα με ενοχλούσε αισθητικά. Αν πάλι όμως ήταν μία κυρία που είχε τις αναλογίες της μαμάς μου, ναι, νομίζω ότι θα ήταν πολύ δύσκολο». Διακρίνουμε μία ταύτιση με τη θεώρηση «…ότι το ενδιαφέρον των κοινωνιών κατά την ύστερη νεωτερικότητα μετατίθεται από το εργαζόμενο σώμα στην εργασία προς ή για το σώμα, η μετάθεση αυτή αποβλέπει κυρίως στην κατάκτηση μιας εικόνας νεανικού, αδύνατου, γυμνασμένου σώματος χωρίς εμφανή σημάδια του χρόνου». Από μια ηλικία και μετά θέλουμε ο χρόνος να σταματήσει να μας γεμίζει ρυτίδες, να αφήνει τα σημάδια του, αρνούμαστε να γευτούμε τις χαρές της ηλικίας μας και «λιγουρευόμαστε» καμώματα νεανικά.
Θα συνεχίσω με τα προσωπικά μου βιώματα στο χώρο του Πανεπιστημίου. Όταν εισήχθηκα στη σχολή δυο με τρεις ήμασταν που ηλικιακά ξεχωρίζαμε από τους υπόλοιπους φοιτητές. Την πρώτη ημέρα θεωρήθηκα από κάποιους ως διδάσκων. Σαν έμαθαν, πως ήμουν κι εγώ φοιτητής, στην αρχή παραξενεύτηκαν. Όταν πληροφορήθηκαν πως ήμουν δάσκαλος και ερχόμουν για δεύτερο πτυχίο η απορία τους μετατράπηκε σε έναν θαυμασμό. Όλο αυτό το διάστημα διακρίνω μία αποδοχή, αλλά και μία σχέση σεβασμού. Ορισμένοι συμφοιτητές μου, ιδίως κορίτσια με προσφωνούν με το «κύριε…». Θεωρώ πως η ηλικία λειτουργεί ως ένα σύνορο σ’ αυτές τις σχέσεις. Η ανθρώπινη ύπαρξη αν και είναι μια συλλογική ύπαρξη στη θέα του άλλου αναδιπλώνεται στον εαυτό της. Νιώθει να κινδυνεύει η οντότητά της στο συναπάντημα με το διαφορετικό. Και οι φοιτητές μεγάλης ηλικίας είναι το διαφορετικό, είναι το έξω από τον κανόνα. Ίσως να θεωρούνται πρόσωπα που τυγχάνουν ιδιαίτερης μεταχείρισης.
Σε σχετικό ερώτημα προς συμφοιτήτριά μου πώς βλέπει τους συμφοιτητές της που έχουν την ίδια ηλικία με τους γονείς της απάντησε: « Με τις κυρίες δεν μπορώ να πω πως έχω ιδιαίτερες σχέσεις. Ίσως γίνεται ταύτιση και τώρα με τη μαμά (αυστηρή μαμά) που μεν έχουμε καλές σχέσεις και με τους κυρίους, αν και συνεχίζω να τους φωνάζω κυρίους και όχι με τα μικρά σας, κι αυτό μπαίνει στα σύνορα, ε, νομίζω ότι έχουμε καλύτερη σχέση. Και σημειώσεις ανταλλάσουμε και στους διαδρόμους μιλάμε και γίνονται αστεία μεταξύ μας. Νομίζω ότι είναι καλά, βέβαια υπάρχει ανταγωνιστικότητα, δεν μπορώ να πω το αντίθετο, γιατί όταν εσείς έχετε περισσότερα χρόνια, ε ζωής, περισσότεροι είναι στο δεύτερο πτυχίο, έχετε μεγαλύτερη πείρα. Είστε τα πρότυπά μας, αυτό μην το πάρετε πάνω σας.» Και στο ερώτημα πως θεωρεί τη σχέση με αυτά τα πρόσωπα, συνέχισε: «Μερικές φορές πιο ουσιαστική από τα άτομα της ηλικία μου».
Η συζήτηση συνεχίστηκε με το ερώτημα αν βλέπει διαφορές στα άτομα της αυτής ηλικίας λόγο του φύλου «πιστεύω ότι οι συμφοιτήτριες που είναι στην ηλικία της μαμά μου έχουν και περισσότερες δουλειές. Δεν πολυέρχονται στη σχολή, τρέχουν για τα παιδιά τους , δεν είναι γενικά και πολύ…ενώ εσείς είστε πιο…
Μέσα από τα παραπάνω λεγόμενα – σκέψεις της συμφοιτήτριας μου, φαίνεται πως η ηλικία και το φύλο δημιουργούν σύνορα. Τα προσωπικά της βιώματα και οι σχέσεις με τους γονείς καθορίζουν και την οπτική της απέναντι στους συμφοιτητές της που είναι συνομήλικοι με τους γονείς της. Υπάρχει μία αντίφαση στη σχέση-επικοινωνία, από τη μια είναι πρόσωπα ανταγωνιστικά και από την άλλη γίνονται πρότυπα. Πάντως τα στερεότυπα του πατέρα που έχει ελεύθερο χρόνο και της μητέρας που τρέχει για τα παιδιά έχουν περάσει στη θεώρησή της. Αγνοεί πως και πολλοί μπαμπάδες έχουν το ρόλο του «ταξιτζή» για να μεταφέρουν τα παιδιά τους στις διάφορες δραστηριότητές τους.
Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως περάσαμε από την ομοιογενή παραδοσιακή κοινωνία με τις κοινές αξίες και τους σταθερούς ρόλους, σε μια σύγχρονη κοινωνία όπου το άτομο καλείται να συμμετέχει σε διαφορετικές ομάδες με ασυμβατότητα ρόλων.
Συνοψίζοντας, θεωρώ πώς η ηλικία γίνεται ένα σύνορο στην καθημερινότητά μου. Σύνορο που καθορίζει τις επιλογές μου στο ντύσιμο, τη διασκέδαση, την κοινωνική συναναστροφή, τον τρόπο του «φέρεσθαι» . Δε μπορεί όμως να θεωρηθεί όμως ως ένας ανεξάρτητος παράγοντας, συνδυάζεται και με το φύλο καθώς και με την κουλτούρα. Τα σύνορα όμως υπάρχουν για να τα παραβιάζουμε, να διαγράφουμε παλιά κάθε φορά που νέα σύνορα σχηματίζονται στην καθημερινότητά μας. Σύνορα που όμως μπορεί να πέφτουν μπροστά σ’ ένα τραπέζι, όπου υψώνονται ποτήρια για να ακουστούν προπόσεις και ευχές…

Βιβλιογραφία
· Ρ. Καυταντζόγλου & Μ. Πετρονώτη, Όρια και Περιθώρια Εντάξεις και Αποκλεισμοί, ΕΚΕ, Αθήνα 2000
· Δ. Μακρυνιώτη, Τα Όρια του Σώματος, νήσος, Αθήνα 2004
· S. Hall, D. Held & A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα, Σαββάλας

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

"Μπροστά στον καθρέφτη"-βιβλιοπαρουσίαση


«Μπροστά στον καθρέφτη», είναι ένα βιβλίο από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Έτος 1ης έκδοσης το 2004. Συγγραφέας του βιβλίου είναι η Μίνα Μαχαιροπούλου, η οποία γεννήθηκε στην Κομοτηνή, τελείωσε το Πάντειο Πανεπιστήμιο, υπήρξε υπεύθυνη της δημοσιογραφικής ζώνης στην ΕΡΑ Κομοτηνής και σήμερα είναι σύμβουλος σε θέματα πολιτισμού της Υπερνομαρχίας Ροδόπης–Έβρου. Έχει συγγράψει κείμενα για το Εθνολογικό Μουσείο Θράκης και από το 2003 συμμετέχει ως εμψυχώτρια στο Πρόγραμμα εμψύχωσης σε έφηβους μουσουλμάνους της Θράκης.
Ο τίτλος του βιβλίου προϊδεάζει τον αναγνώστη πως πρόκειται για ένα λογοτεχνικό κείμενο. Ο υπότιτλος όμως «μαρτυρίες» καταδεικνύει πως τα γραφόμενα είναι και λεγόμενα, καταγεγραμμένες μαρτυρίες.
«Μια συζήτηση με νέους της μειονότητας της Θράκης. Μια συντροφιά σε μια προσπάθεια γνωριμίας και ταυτόχρονα υπέρβασης, καθώς όλοι τους έσπασαν ένα ισχυρότατο ταμπού, τον αόρατο κλοιό της απομόνωσης. Όνειρό τους η δημιουργική συνύπαρξη και σύμπραξη χριστιανών και μουσουλμάνων. Χωρίς εμμονές, χωρίς αναμάσημα στερεοτύπων, χωρίς να παρασύρονται από τον πειρασμό της παραίτησης, της εμπάθειας,της απελπισίας ή της παθητικότητας, βρίσκουν την ευτυχία στο μωσαϊκό του πολυπολιτισμού της Θράκης. Πρόθεση της συγγραφέως η έμφαση στον άνθρωπο. Μέσα από τις βιωματικές ιστορίες και την προσωπική κατάθεση και στάση ζωής του καθενός, μέσα από τις διαφωνίες ή τις συμφωνίες που συνεπάγεται η ιδιαιτερότητα της προσωπικότητας του καθενός, χτίζεται ένα ξεχωριστό όνειρο.»
Η εισαγωγή του βιβλίου που είναι γραμμένη από το Νικήτα Λιοναράκη δίνει από τις πρώτες κιόλας σειρές ποιο είναι το περιεχόμενο του βιβλίου. Σας μεταφέρω κάποια αποσπάσματα «Καλό το κόλπο της Μίνας, σκέφτηκα, καθώς διάβαζα το κείμενο! Χωρίς να το γράφει η ίδια, πέτυχε να βγάλει αυτό που ήθελε…..όταν το έδωσα σ’ ένα φίλο να το δει, πονηρεύτηκε κι αυτός. «Την πάτησε η Μίνα», μου είπε . «Αντί να βρει κάποιους εκφραστικούς νέους της μειονότητας, βρήκε την πρωτοπορία της. Είναι οι νέοι της Θράκης σαν αυτούς;» «Φυσικά» του απάντησα ως γνώστης. Στην πραγματικότητα η Μίνα δεν έκανε λάθος. Και η ιδέα της να δώσει το λόγο στην ίδια τη νεολαία της περιοχής αποδείχτηκε λαμπρή».
Μια ομάδα λοιπόν νέων της Τουρκικής μειονότητας γίνονται οι πρωταγωνιστές του βιβλίου.
Χαλήλ Μουσταφά: γεννήθηκε στην Κομοτηνή το1977. Σπούδασε νομικά στη Σμύρνη και μαζί με το Θανάση Γκαιφυλλια ίδρυσαν το 1996 το μουσικό σχήμα Αλάβαστρο.
Ντιλέκ Χαμπίμπ: γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1968. Πολύ μικρή έφυγε στη Γερμανία και επέστρεψε στην τρίτη δημοτικού. Έχει σπουδάσει κοινωνιολογία, εργάστηκε ως μεταφράστρια, ως δημοσιογράφος και σήμερα είναι αποσπασμένη στη Διευρυμένη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης–Έβρου.
Σαμη Καραμπουγιουκόγλου: γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1970. Σπούδασε στη Γυμναστική Ακαδημία της Άγκυρας. Από το 1997 εργάζεται στην ΕΡΑ Κομοτηνής και παρουσιάζει δικές του εκπομπές πολιτικού και πολιτιστικού περιεχομένου.
Τζεβδετ Ιμπραήμ: γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1970. Εργάστηκε ως ξυλουργός, ως ζαχαροπλάστης και σε βουλκανιζατέρ. Το 1996 άνοιξε το καφέ Αλάβαστρο, σημείο αναφοράς νέων χριστιανών και μουσουλμάνων με προοδευτικό πνεύμα. Σήμερα είναι ιδιοκτήτης του καφέ μπαρ Ονείρια.
Ντινταρ Μεχμέτ: γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1969. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου. Από το 1994 δουλεύει σε ξενόγλωσσο φροντιστήριο της Κομοτηνής και παράλληλα παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα ελληνικής, αγγλικής και τούρκικης γλώσσας.
Ιλκεμ Ιμπραήμογλου: γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1977. Σπούδασε μετάφραση στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Ζει και εργάζεται στο Λονδίνο ως μεταφράστρια κινηματογραφικών ταινιών. Επισκέπτεται τακτικά την Ξάνθη.
Σ’ ένα τόπο όπου ο ήχος της καμπάνας συναντά την φωνή του ιμάμη, ο μαύρος φερετζές το μοντέρνο δυτικό ντύσιμο, η ιδιαίτερη κληρονομιά το δυτικό τρόπο ζωής , η αθεΐα την βαθιά πίστη, συναντήθηκαν η συγγραφέας και τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν για μια κουβέντα, μια συζήτηση, μια συνέντευξη που δεν υπαγορεύονταν από κάποιο περιοδικό η εφημερίδα. Ήταν ένας διάλογος σε μια προσπάθεια γνωριμίας.
Τα θέματα που έφεραν στη συζήτηση και αποτελούν το σκελετό του βιβλίου είναι:
§ Πως ορίζεται η ταυτότητα
§ Ο ελεύθερος χρόνος
§ Οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια
§ Η θέση της γυναίκας
§ Η πολυπολιτισμική συνύπαρξη
§ Η σχέση με τη θρησκεία
§ Οι μικτοί γάμοι
§ Σχέσεις πλειονότητας-μειονότητας
§ Η μειονότητα της Θράκης
§ Το μέλλον της περιοχής
§ Οι προσωπικές επιλογές
Πως ορίζεται η ταυτότητα
Το ερώτημα που τίθεται είναι πόση διαφορά μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν στον ίδιο τόπο, καθημερινά συναντούν τους ίδιους ανθρώπους, ακούν την ίδια μουσική, διαβάζουν τα ίδια βιβλία, αναπνέουν τον ίδιο αέρα, κολυμπούν στις ίδιες θάλασσες. Και πόσο αυτή η διαφορά είναι μεγαλύτερη η σημαντικότερη από διαφορές που υπάρχουν ακόμα στα άτομα της ίδιας οικογένειας;
Ο Τζεβδετ θεωρεί πως το καθετί που συμβαίνει στον κόσμο είναι μοναδικό. Ο Χαληλ αγωνιά γιατί επιβάλλεται ένας καθιερωμένος τύπος ανθρώπου. Όλοι όμως συμφωνούν πως είναι «πλούσιοι» γιατί ζουν σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπου δίνονται ευκαιρίες για ανατροπή στερεότυπων. Ο Χαληλ υποστηρίζει πως δεν υπάρχουν δυο πλευρές, μειονότητα και πλειονότητα αλλά δυο κατηγορίες ανθρώπων αυτοί που έχουν προσωπικότητα και αυτοί που γίνονται έρμαια των άλλων. Ο Σαμη έχει την απαίτηση να συνυπάρξει με τον άλλο και όχι να μοιάσει στον άλλον, αλλά να υπάρχει η αποδοχή της διαφορετικότητας. Το δικαίωμα στη διαφορά είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Το μωσαϊκό των πολιτισμών είναι η ευτυχία των ανθρώπων τονίζουν όλοι τους. Τη διαφορά επομένως οι πρωταγωνιστές του βιβλίου την τοποθετούν πέρα από τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις συνήθειες. «Όλοι οι άνθρωποι είμαστε το ίδιο, αυτό που μας κάνει μοναδικούς είναι ο τρόπος ιεράρχησης των πραγμάτων», όπως λέει η Τζεβδετ.
Πίσω όμως από τα λεγόμενα κρύβονται νέα όρια. Ενώ προσπαθούν να διαγράψουν την ταξινόμηση σε μειονότητα και πλειονότητα, οι ίδιοι θέτουν νέα σύνορα με βάση την ιεράρχηση των πραγμάτων. Ίσως όμως αγνοούν πως αυτή η ιεράρχηση είναι στενά εξαρτημένη από το πολιτισμικό υπόβαθρο και επομένως τα νέα όρια δε διαφοροποιούνται και πολύ από τα παλιά της πολιτισμικής ταυτότητας.
Ελεύθερος χρόνος-χόμπι
Η
ζωγραφική, η μουσική, ο περίπατος στα σοκάκια της πόλης, το διάβασμα, ο κινηματογράφος, η φωτογραφία, το ποδήλατο, η περισυλλογή, το γυμναστήριο γεμίζουν τον χρόνο. Αλήθεια πόσο διαφοροποιείται ο ελεύθερος χρόνος και τα χόμπι της μειονότητας από το χρόνο και τα χόμπι της πλειονότητας;
Οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια
Πιστεύουν πως υπάρχει χάσμα γενεών σε όλες τις ηλικίες. Η Ιλκεμ αναφέρεται στην καλή επικοινωνία με τον πατέρα της που τον χαρακτηρίζει ανοιχτόμυαλο, αλλά έχει συνειδητοποιήσει πως ούτε αυτή μπορεί να αλλάξει τους γονείς της, όπως κι εκείνοι δεν μπορούν να αλλάξουν αυτή. Η παραπάνω θέση με βρίσκει σύμφωνο. Άλλωστε οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια καθορίζονται από τις αντιλήψεις των μελών της για το τι είναι σωστό και τι όχι, από τον κοινωνικό περίγυρο από τα βιώματα και τις εμπειρίες των γονέων.
Αυτό που αναφέρει ο Σαμη είναι άξιο προσοχής πως στη μειονότητα το χάσμα μεγαλώνει γιατί ο τρόπος των περισσότερων είναι συντηρητικός, είναι θρήσκοι και με ελάχιστη μόρφωση. Από την άλλη τα παιδιά μιλάνε καλά την ελληνική και άλλες γλώσσες, αθλούνται, μαθαίνουν χορό, με αποτέλεσμα να έχουν δυο διαφορετικούς τρόπους ζωής, κάτι που ενοχλεί τους μεγάλους, που ίσως να θεωρούν πως αλλοιώνεται και χάνεται η ταυτότητα των παιδιών τους. Αγωνίες που έχουν όμως πιστεύω και συντηρητικοί γονείς της πλειονότητας. Το τι θα πουν οι συγγενείς, οι γείτονες προβληματίζει και αγχώνει τους γονείς. Μήπως το ίδιο δε συμβαίνει και με τους δικούς σας γονιούς;
Η θέση της γυναίκας
Η Ντιλνταρ πιστεύει πως υπάρχει χάσμα ανάμεσα στη μάνα και στην κόρη, στον πατέρα με το γιο. Μέσα από τη συζήτηση αναδεικνύονται οι διαφορετικές απόψεις περί τιμής όπου άλλοι το δέχονται ως ιερό και άλλοι δεν νοιάζονται αν η κόρη τους έχασε την παρθενιά της, αρκεί να έκανε ένα καλό γάμο. Θέμα επίσης συζήτησης είναι ο φερετζές και το κάλυμμα της κεφαλής. Η Ντιλνταρ λέει «η μητέρα μου φοράει φερετζέ. Εμένα δε με πίεσαν ποτέ γι αυτό. Βοηθάει το ότι έχω σπουδάσει… Η Ιλκεμ θα πει «κι εμένα φορούσε η γιαγιά μου φερετζέ, η μητέρα μου μόνο καντήλα. Σ’ εμένα δεν τέθηκε ποτέ το θέμα αυτό.
Μέσα από τις απαντήσεις διακρίνουμε τη διαφορά μέσα στην ίδια την πολιτισμική ομάδα.
Αυτό που μου είχε προκαλέσει εντύπωση σε ταξίδι μου στην Κομοτηνή ήταν η εμφάνιση νέων γυναικών που ντυμένες με τζιν συνολάκι, παντελόνι και μπουφάν, φορούσαν και μαντίλα. Την εξήγηση τη δίνει η Ντελεκ «παλιά ο φερετζές ήταν η παραδοσιακή ενδυμασία της μουσουλμάνας γυναίκας της Θράκης. Όσες σπούδαζαν η εργάζονταν δε φορούσαν. Τα τελευταία χρόνια άλλαξε το σκηνικό, γατί μπήκε η ιδέα του πολιτικού Ισλάμ».
Αναγνωρίζουν πως ο δυτικός τρόπος σκέψης, ο εκσυγχρονισμός άρχισε να μπαίνει στη ζωή τους και στην κοινωνία τους.
«Η μόδα είναι μια ευρύτητα διαδεδομένη πρακτική που προσφέρει στα νεωτερικά υποκείμενα τη δυνατότητα να προσαρμόζουν ορισμένα γνωρίσματα της ταυτότητάς τους στις συνθήκες γρήγορων αλλαγών». Μόδα που αφορά το ντύσιμο, αλλά και τις σχέσεις.
Η πολυπολιτισμικη συνύπαρξη
Για τον Τζεβετ είναι μια πολύ μεγάλη πολυτέλεια που ζει σ’ ένα τόπο όπου κάθε μέρα και κάθε στιγμή μπορεί να αγγίξει και να μυρίσει το διαφορετικό. Για το Χαληλ η Θράκη είναι ένα μέρος όπου μπορείς να εξελίξεις την προσωπικότητα σου και γατί όσοι ζουν εκεί γνωρίζουν περισσότερα πράγματα από κάποιους άλλου και πιστεύει πως η Θράκη ζει την πιο εύκολη της περίοδο. Εκείνο που τονίζει είναι πως λείπει η εμπιστοσύνη. Μια πραγματικότητα που οφείλεται όχι στους απλούς ανθρώπους αλλά στους πολιτικούς όπως αναφέρει ο Σαμη. Στην έλλειψη εμπιστοσύνης έχουν συμβάλει οι μυστικές υπηρεσίες και από τις δυο πλευρές και η μειονότητα έχει να κάνει με δυο κέντρα εξουσίας.
Η σχέση με τη θρησκεία
Τα βιώματα των πρωταγωνιστών οδηγούν και σε διαφορετικές απόψεις. Η Ντιλεκ δεν έχει νιώσει τη θρησκευτική καταπίεση και ίσως αυτό να οφείλεται ότι ζούσαν ως αστοί σε μικτή γειτονιά. Συνήθειες των χριστιανών είχαν υιοθετηθεί από την οικογένεια της, όπως το βάψιμο κόκκινων αυγών, ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου, τα δώρα του Αη Βασίλη. Για τη Ντιλνταρ η ιδέα ότι υπάρχει Θεός την ανακουφίζει. Προσεύχεται, κρατάει τις νηστείες, διαβάζει το κοράνι στα αραβικά.
Οι μικτοί γάμοι
Η
Ντιλνταρ δε βλέπει με καλό μάτι τους μεικτούς γάμους γατί θέλει να μεγαλώσει τα παιδιά της με τις δικές της αξίες. Μέσα σ’ αυτούς τους γάμους η τουρκική παράδοση χάνεται. Θεωρεί πως στις μικρές κοινωνίες ο γάμος δεν είναι υπόθεση δυο ατόμων αλλά δυο οικογενειών. Για το Τζεβδετ δεν τον ενδιαφέρει αν το ταίρι του είναι από άλλη θρησκεία αλλά το να είναι ευτυχισμένος. Ο Σαμη αντικρούοντας τα επιχειρήματα της Ντιλνταρ πως ο πολιτισμός δε χάνεται μέσα σε ένα μικτό γάμο και πως αυτά είναι επιχειρήματα των οπισθοδρομικών. Ο μικτός γάμος είναι μια προσωπική υπόθεση. Δεν τον ενοχλεί αν τα παιδιά του δεν μιλήσουν τη γλώσσα των γονιών, τον ενοχλεί αν οι γονείς δεν έχουν φροντίσει να δώσουν τα κατάλληλα εφόδια στα παιδιά τους. Η Ιλκεμ βλέπει θετικά αυτούς τους γάμους διότι προτάσσει τον έρωτα πάνω από τα θέλω της οικογένεια της.
Επίλογος
Ω
ς συμπέρασμα και με βάση τα λεγόμενα των πρωταγωνιστών του βιβλίου, η κουλτούρα, η θρησκεία, η γλώσσα, το φύλο και η ηλικία γίνονται κάθε φορά κι ένα όριο-σύνορο στις σχέσεις των ανθρώπων που διαβιούν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. «… οι καθημερινές κοινωνικές περιστάσεις χαρακτηρίζονται από ένα σύνολο απλών πρακτικών μέσω των οποίων τα σώματα των υποκειμένων τοποθετούνται και μετέχουν σε αυτές. Η υιοθέτηση ορισμένων στάσεων, χειρονομιών, κινήσεων βλεμμάτων συμβάλλει όπως υποστηρίζει ο Ε. Goffman, στη διατήρηση της ηθικής τάξης της περίστασης και επιβεβαιώνει τους ισχύοντες ηθικούς κανόνες, καθώς αναγνωρίζει και ενισχύει την ύπαρξη ‘σωστών’ και ‘λανθασμένων’ τρόπων παρουσίασης του εαυτού…» τρόπων που κατά την γνώμη μου βοηθούν στο σχηματισμό ορίων και συνόρων. Ίσως ορισμένα από τα παραπάνω (θρησκεία, κουλτούρα) να είναι τεχνικές της εξουσίας και δεχόμενος τη θέση του Φουκώ «πως η εξουσία είναι μια ιδιαίτερη έννοια, μια στρατηγική, μια πολλαπλότητα σχέσεων δύναμης άρρηκτα συνυφασμένων με την κοινωνία οι σχέσεις αυτές επιδρούν η κάθε μία πάνω στη δράση των άλλων, χειραγωγώντας προς ένα εφικτό αποτέλεσμα, και ότι διέπονται από υπολογισμό, σκοπούς και στόχους», θεωρώ πως μια εξουσία που δεν πηγάζει μόνο από το ελληνικό κράτος και τους θεσμούς του, αλλά και από κέντρα της γείτονας χώρας, θέτει όρια και σύνορα στους ανθρώπους, ώστε να εξυπηρετηθούν πολιτικοοικονομικές σκοπιμότητες. Δε θα πρέπει να μας διαφεύγει, πως αυτοί οι συμπολίτες μας που κατοικούν στη Θράκη και έχουν την ελληνική υπηκοότητα, στερούνται από τον επίσημο λόγο του εθνικού προσδιορισμού. Η ταυτότητά τους προσδιορίζεται με βάση το θρήσκευμα. Από την άλλη η Τουρκία με κάθε τρόπο προσπαθεί όλους τους Μουσουλμάνους της Θράκης να τους εντάξει στο τουρκικό έθνος. Επομένως όλο αυτό το πλαίσιο δημιουργεί στερεότυπα, δημιουργεί την εικόνα του άλλου που σε τελική ανάλυση γίνεται ένα σύνορο μεταξύ των ανθρώπων.
Κλείνοντας την βιβλιοπαρουσίαση θα σταθώ στην εικονογράφηση του εξώφυλλου που πραγματικά αποπνέει αρκετούς συμβολισμούς κατά τη γνώμη μου, οι οποίοι έρχονται να υποστηρίξουν το «άρωμα» που μένει από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου.
§ Το μήλο παραπέμπει στο δέντρο της γνώσης. Και φυσικά η γνώση γίνεται το όπλο που θα ανατρέψει στερεότυπα και ίσως κάνει ρωγμές στους τοίχους της ανθρώπινης συνύπαρξης.
§ Τα μήλα είναι δύο, γιατί πάντα μια ανθρώπινη σχέση θέλει δύο άτομα. Άτομα που γνωρίζουν .
§ Δύο χέρια, δύο μάτια με φόντο την πόλη. Είναι καλύτερα όταν έχεις και δεύτερο χέρι και μια άλλη οπτική στην καθημερινότητά σου. Η λαϊκή ρήση «κράτα με να σε κρατώ ν’ ανεβούμε το βουνό» ίσως πρέπει να’ ναι το αξίωμα μας στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Σχέσεις εμπιστοσύνης, όπου τα όρια παραμερίζονται…

Βιβλιογραφία
· Ρ. Καυταντζόγλου & Μ. Πετρονώτη, Όρια και Περιθώρια Εντάξεις και Αποκλεισμοί, ΕΚΕ, Αθήνα 2000
· Δ. Μακρυνιώτη, Τα Όρια του Σώματος, νήσος, Αθήνα 2004
· Μ. Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία…, Κέδρος, Αθήνα 1976
Πηγές στο διαδίκτυο
·
http://www.kastaniotis.com/book/960-03-3791-8

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

Ο «άλλος» - ο Έλληνας μετανάστης




«Διακρίσεις ανάμεσα στον «εαυτό» και στον «άλλο» παρατηρούνται ασφαλώς σε όλες τις κοινωνίες και τις εποχές, συνοδευόμενες από συγκαλυμμένες ή απροκάλυπτες εκδηλώσεις θαυμασμού ή, αντίθετα, δυσπιστίας, μισαλλοδοξίας, ανταγωνισμού.
Πώς όμως ο «άλλος» μεταλλάσσεται από φαντασίωση ή στερεότυπο σε υπαρκτό πρόσωπο με συγκεκριμένες και ορατές ανάγκες, δυνατότητες και συναισθήματα;»
Πετρονώτη Μαρίνα
Στις παραπάνω θέσεις ήρθαν να προστεθούν οι προσωπικοί προβληματισμοί μέσα από μία κατάσταση που βίωσα πριν λίγες μέρες στο Hohenems της Αυστρίας.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ξεφυλλίζοντας το προσωπικό ημερολόγιο, καταθέτοντας συναισθήματα και σκέψεις.
6 Ιανουαρίου, ημέρα των Θεοφανείων μας αναγγέλλεται το ταξίδι το χωρίς επιστροφή του θείου Γιάννη, αδερφού της πεθεράς μου. Η θλίψη βάρυνε τα πρόσωπα όλης της οικογένειας και η επιθυμία να τον αποχαιρετήσουμε, έγινε απόφαση…Ο θείος Γιάννης μαζί με τη σύζυγό του περνούσε μαζί μας τα καλοκαίρια στην Άφησο, στο εξοχικό μας. Ήταν ένα πρόσωπο αγαπητό, ήταν ο Έλληνας που ζούσε στην Αυστρία…
8 Ιανουαρίου, η απόσταση δεν είναι εμπόδιο για να βρεθούμε κοντά στα συγγενικά μας πρόσωπα. Βόλος-Θεσσαλονίκη-Βιέννη-Innsbruck-Bregenz – Hohenems.
9 Ιανουαρίου, επίσκεψη στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου για να χαιρετήσουμε τον αγαπημένο θείο Γιάννη, το μετανάστη που γεννήθηκε στον Ταξιάρχη της Εύβοιας, μεγάλωσε στο Βόλο, ξενιτεύτηκε στη Γαλλία και Αυστρία, μέσα από την ανάγκη για μια καλύτερη ζωή. Η ελληνική θάλασσα αντικαταστάθηκε στην καθημερινότητά του από το ποτάμι του Hohenems. Το ψάρεμα που του θύμιζε την πατρίδα, έγινε συνήθεια καθημερινή, τέχνη που δίδασκε στους γύρω του. Το τσίπουρο και η ρετσίνα είχαν την τιμητική τους σε κάθε τραπέζι με τους Αυστριακούς συγγενείς. Ένιωθε Έλληνας, υιοθέτησε όμως και την αυστριακή κουλτούρα.
Η συγκρότηση της ταυτότητας και οι διαδικασίες ταξινόμησης του «άλλου» επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις και χρειάζονται προσεκτική επεξεργασία. Μια επεξεργασία που πολλές φορές περνά μέσα από ασήμαντες για τους πολλούς λεπτομέρειες. Η διαφορά γίνεται διάκριση, σημείο αντιπαράθεσης και περιθωριοποίησης; Ο ξένος είναι ο «άλλος», ο διαφορετικός που έρχεται απέναντι από το γηγενή; Γίνεται απειλή;
Ώρα επτά το απόγευμα, είναι η ώρα της μεγάλης προσευχής στο ναό. Προσευχή για το νεκρό. Και γεμίζει ο ναός από Αυστριακούς, σημάδι πως ο θείος Γιάννης θεωρούταν μέλος της τοπικής τους κοινωνίας. Ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας που ως ράφτης εργάστηκε με μεράκι, δημιούργησε την οικογένειά του και τώρα η αυστριακή γη θα τον δεχτεί για πάντα...
Σάββατο 10 Ιανουαρίου, στο ναό του Αγίου Καρόλου γίνεται η θεία λειτουργία και η νεκρώσιμη ακολουθία. Το τυπικό διαφορετικό. Στα δικά μας αρχικά ερωτήματα η απάντηση γρήγορα θα δοθεί. Ο θείος Γιάννης παρέμεινε ορθόδοξος μέχρι το τέλος. Η αυστριακή σύζυγός του και ο γιος του καθολικοί, θέλησαν να τον κηδεύσουν ορθόδοξα. Όμως ελληνική ορθόδοξη εκκλησία υπάρχει μόνο στη Βιέννη. Η απόσταση μεγάλη… και στο οξύ πρόβλημα τι θα γίνει, ο καθολικός ιερέας προτείνει στην οικογένεια να «διαβάσει» το νεκρό. Η αποδοχή του «άλλου» έμπρακτη και η ένταξη με σεβασμό στη διαφορετικότητα που δε σβήνει στοιχεία της «ταυτότητας». Ο ιερέας αναφέρθηκε στην προσωπική διαδρομή του θείου Γιάννη. Επισήμανε πως ήταν ορθόδοξος και προέτρεψε το εκκλησίασμα να κάνει το σταυρό του σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό, ενώ κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας χρησιμοποίησε ελληνικές λέξεις. Ήταν το «δώρο» τιμής και αποδοχής στον Έλληνα μετανάστη.
Και όταν ήρθε η ώρα να ειπωθούν τα λόγια του αποχαιρετισμού από τον Κώστα, ανεψιό του θείου, η ελληνική γλώσσα άγνωστη στους "άλλους" μετέφερε τα συναισθήματα που άγγιξαν όμως όλους.
Οι οικουμενικές ανθρώπινες ιδιότητες είχαν ως αποτέλεσμα η ετερότητα να μην προσλαμβάνεται ως μονοδιάστατη ιδιότητα αλλά ως διαλεκτικό πλουραλιστικό γνώρισμα.
Εμείς πώς θα αντιμετωπίζαμε ένα παρόμοιο γεγονός, ως κοινωνία, ως εκκλησία;


Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ


ΜΕ ΥΓΕΙΑ, ΧΑΡΑ & ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
ψιλή μου δενδρολιβανιά,
κι αρχή καλός μας χρόνος,
εκκλησιά με τ' άγιο θρόνο.

Αρχή που βγήκεν ο Χριστός,
άγιος και πνευματικός
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει।

΄Αγιος Βασίλης έρχεται
άρχοντες τον κατέχετε
από την Καισαρεία
είσαι αρχόντισσα κυρία

Βαστάει εικόνα και χαρτί,
με το Χριστό το λυτρωτή
χαρτί και καλαμάρι,
δες και με το παληκάρι.

Καλή χρονιά σε όλους με υγεία και χαρά. Οι ευχές που όλοι παίρνουμε τούτες τις μέρες να "πιάσουν" και να διαβούμε το 2009 με καλύτερο βηματισμό που θα οδηγεί στην εκπλήρωση των στόχων μας. Ειρήνη στον κόσμο, ειρήνη στις καρδιές μας.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Μέρες γιορτινές στη Μακρινίτσα…Στα χρόνια του παππού και της γιαγιάς

Τα Χριστούγεννα σε λίγες μέρες φτάνουν. Τα αρχοντόσπιτα, τα νοικοκυρόσπιτα μα και τα απλά φτωχά σπίτια του χωριού αστράφτουν από την πάστρα. Κάτω στρώθηκαν οι κουρελούδες και τα κιλίμια. Τα κρεβάτια σκεπάστηκαν με μπατανίες και καρπέτες.
Το κατώι μοσχοβολάει. Μήλα μέσα σε δίχτυα κρεμασμένα από τις περαστές και κυδώνια μέσα σε πανέρια. Οι κουραμπιέδες, τα φοινίκια και οι μπακλαβάδες περιμένουν για να γλυκάνουν μικρούς και μεγάλους.
Η αρχόντισσα του σπιτιού, η κυρα –Αριστέα, ξύπνησε χαράματα। Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Σήμερα θα σφαχτούν οι κότες και θα ετοιμαστούν τα λογής- λογής φαγητά.

«Δόμ’ κυρά τ’ αυγό, να σι σφάξου του μπιτνό,
δόμ’ μανιά τη γκλούρα, να μη σι τσούξου μι τη λούρα»,
λένε τα παιδιά της γειτονιάς που ήρθαν να βοηθήσουν κι αυτά στο σφάξιμο του πετεινού, που μετά θα γίνει σούπα για το γιορτινό τραπέζι। Μ’ ένα αυγό ή μια μικρή κουλούρα η κυρά θα φιλέψει τα παιδιά για το κόπο τους.
Ανήμερα Χριστούγεννα θα φιλέψει με μια αυγοκουλούρα τα εγγόνια της μα και κάθε παιδί που θα περάσει απ’ τ’ αρχοντικό της για να της ευχηθεί. Πρέπει να βιαστεί, έχει να ζυμώσει μπόλικες αυγοκουλούρες. Παίρνει ένα αυγό σφιχτά βρασμένο κι αφού το καθαρίσει, μέσα σε ζυμάρι το τυλίγει. Με τα χέρια της το πλάθει και σαν πουλί το φτιάνει. Βάζει μάτια, μύτη και ποδάρια και με πούπουλα από τη σφαγμένη κότα την κουλούρα στολίζει. Έπειτα σε ξεπυρωμένο φούρνο για λίγο την ψήνει, ίσαμε το ζυμάρι να ροδίσει.
Με το θάμπωμα της μέρας και σαν όλες οι δουλειές τελειώνουν, στο χειμωνιάτικο δίπλα στο τζάκι, η φαμίλια προσμένει να ακούσει και φέτος από παιδικές φωνές τα κάλαντα των Χριστουγέννων:
«Χριστούγεννα, πρωτούγεννα,
πρώτη γιορτή του χρόνου,
για βγέτε, ιδέτε, μάθετε,
όπου Χριστός γεννιέται…»
Η καμπάνα της Παναγίας θα σημάνει τη μεγάλη γιορτή. Ντυμένοι στα καλά τους όλοι, μικροί μεγάλοι θα έρθουν να λειτουργηθούν. Σαν απολύσει η εκκλησία, νύχτα θα ‘ναι ακόμα, στο γιορτινό τραπέζι όλη η οικογένεια θα γευτεί τις λιχουδιές που η κυρά –Αριστέα με τις κόρες και τις ψυχοκόρες της ετοίμασε. Μοσχομυρίζουν τα χριστόψωμα, αχνίζει η κοτόσουπα και η τηγανιά με το χοιρινό σου σπα τη μύτη. Στο τραπέζι και το φρούτο από το περιβόλι, το λαχανικό από τον μπαξέ και το κόκκινο κρασί από το αμπέλι. Όλα τα αγαθά του μόχθου, ευλογημένοι της γης καρποί.
Όλα καλά και άγια τούτες τις χρονιάρες μέρες εκτός από τους απρόσκλητους μουσαφίρηδες που κάθε χρόνο παραμονή Χριστουγέννων έρχονται για να αναστατώσουν το χωριό. Πλάσματα κακομούτσουνα με κουνελίσια μάτια, με μακριά ουρά και βρώμικα νύχια τριγυρίζουν σβέλτα καρτερώντας να τρυπώσουν στα κονάκια για να μαγαρίσουν τα φαγώσιμα. Τα καλικαντζάρια προσπαθούν μα και οι άνθρωποι γνωρίζουν πώς να προφυλαχθούν. Εκείνα πασχίζουνε να μπουν απ’ τις καμινάδες των τζακιών μα η φωτιά που καίει μέρα νύχτα τούτες τις μέρες, φράζει το δρόμο στα ξωτικά. Κάθε βράδυ η κυρ ’-Αριστέα, όπως και κάθε άλλη κυρά της Μακρινίτσας , θα λιβανίσει το σπιτικό της. Έτσι λοιπόν με το θυμίαμα, τη φωτιά και με ξόρκια πολλά διώχνουνε τα δαιμονικά.
Οι γιορτινές μέρες κυλούν ευχάριστα με τη λαχτάρα όλων να έχουν μια καλύτερη τύχη με τον καινούριο χρόνο.
Παραμονή της Πρωτοχρονιάς θα ζυμωθεί η βασιλόπιτα, όπου μέσα θα μπει ο παράς και μικρά τσακνάκια από ελιά, πουρνάρι, κλήμα κι άχυρο. Η βασιλιάτικη κουλούρια θα στολιστεί με αμύγδαλα και καρύδια καθώς και με κεντίδια που θα γίνουν με το πιρούνι. Η αρχόντισσα Τοπάλη στολίζει κάθε χρόνο τη βασιλόπιτά της μ’ ένα δικέφαλο αετό στη μέση. Πώς το καταφέρνει; Πολύ εύκολα, έχει μια ξύλινη σφραγίδα σαν αυτή της λειτουργιάς.
Τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς η κρήνη με τα λιοντάρια στο παζάρι, η κρήνη του Μπάτα, του Πολύζου, του Τσούκα, του Γιαρέντη, της Μεταμόρφωσης, της Αγίας Τριάδας, το Βρυσούλι κι όλες οι άλλες κοινοτικές βρύσες θα στολιστούν απ’ τα φιλέματα των κοριτσιών, που είναι γλυκίσματα και σπόροι. Είναι η σειρά των ανθρώπων να προσφέρουν κάτι στην κρήνη, που κάθε μέρα τους δίνει το μεγάλο της δώρο, το νερό.
Χαράματα Πρωτοχρονιάς οι κοπέλες θα έρθουν με τα γκιούμια τους να πάρουν το πρώτο νερό, το αμίλητο και μ’ αυτό θα ραντίσουν το σπιτικό τους λέγοντας την ευχή:

«Όπους τρέχ(ει) του νιρό
να τρέχ(ει) κι του βιο
στου σπίτ’ κι στου χουριό»
Το μεσημέρι στο τραπέζι ο κύρης θα κόψει τη βασιλόπιτα. Το πρώτο κομμάτι θα ‘ναι του Χριστού ή του Αγίου, το δεύτερο του σπιτιού, μετά το δικό του, της κυράς του…και πάει λέγοντας. Ο καθένας περιμένει τη σειρά του. Μετά η αγωνία για το ποιοι φέτος θα ‘ναι οι τυχεροί. Θα έχει τη διαχείριση των χρημάτων αυτός που θα βρει τον παρά. Σ’ εκείνον που θα πέσει το ξυλαράκι της ελιάς θα ‘χει καλό μαξούλι. Εκείνος που θα βρει το άχυρο θα έχει μεγάλη σοδειά στα σιτηρά. Το πουρνάρι θα δείξει αυτόν που τα κοπάδια του θα του δώσουν μπόλικο γάλα, μαλλί και κρέας. Τυχερός είναι κι αυτός που θα βρει το τσακνάκι απ’ τ’ αμπέλι, θα έχει καλό τρύγο και καλό κρασί.
Το δωδεκαήμερο κλείνει με τη γιορτή των Φώτων. Τη μέρα τούτη φωτίζονται κι αγιάζονται τα πάντα. Τα καλικαντζάρια γυρίζουν στα σπλάχνα της γης. Εκεί θα περιμένουν τα άλλα Χριστούγεννα για να ξανάρθουν και πάλι πάνω στη γη…
Χρόνια πολλά και του χρόνου με υγεία.

Μέλημα μας πέρα από την καταγραφή και την παρουσίαση παραδοσιακών εθίμων, πρέπει να είναι η εξέταση της δυναμικής και της λειτουργία των εθίμων μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, καθώς και τα μηνύματα που δίνουν στο σήμερα.
Μελετώντας τα παραπάνω έθιμα το πρώτο που διαπιστώνουμε είναι αρχή της αλληλοβοήθειας που χαρακτήριζε παλαιότερες κοινωνίες. Στις απλές ασχολίες υπήρχε πάντα το χέρι βοήθειας του γείτονα του συγχωριανού π.χ. τα παιδιά βοηθούσαν τις συντοπίτισσες νοικοκυρές στο σφάξιμο του πετεινού, παραμονή Χριστουγέννων.
Η δεύτερη επισήμανση σχετίζεται με το έθιμο «το φίλεμα της βρύσης». Ο λαϊκός άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να προσφέρει τα δικά του δώρα στην κρήνη (μέλι, βούτυρο, καρπούς, νομίσματα). Γνωρίζει καλά πως το δώρο θέλει το αντίδωρο για να υπάρξει συνέχεια στο δούναι και λαβείν μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης. Έτσι λοιπόν εφόσον η βρύση δίνει το δικό της δώρο στον άνθρωπο, το νερό, πρέπει και εκείνος να ανταποδώσει με το δικό του φίλεμα. Μπορεί αυτή η πράξη να φαντάζει παιδαριώδης στις μέρες μας. Αν όμως δούμε πίσω από την επιφάνεια της περιγραφής του εθίμου και των δοξασιών της εποχής, θα ανακαλύψουμε πως η φύση προσωποποιείται και μπαίνει στην ίδια θέση αξίας με τον άνθρωπο. Σήμερα ποια η θέση μας απέναντι στο περιβάλλον; Υπάρχει για να υπηρετεί τις ανάγκες μας;
Η τρίτη επισήμανση σχετίζεται με το τελετουργικό του ραντίσματος του σπιτιού με το αμίλητο νερό και την ευχή όπως τρέχει το νερό έτσι να τρέχουν και τα καλά στο σπίτι και στο χωριό. Το όμοιο φέρνει το όμοιο (ομοιοπαθητική μαγεία), ήταν μια αντίληψη ριζωμένη στη λαϊκή σκέψη. Θα σταθώ όμως στην ευχή που δεν σταματά στο σπίτι, αλλά θέλει και όλο το χωριό να προκόβει. Θεωρώ πως αυτό αποτελεί ένα δείγμα της κοινωνικής συνοχής πέρα από τις ταξικές διαφορές.
Η παράδοση ας αποτελεί έναν γόνιμο διάλογο του χτες με το σήμερα.
Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε:
Κώστας Λιάπης, Ώρες Πηλίου, εκδ. Πύλη, Αθήνα 1985
Κώστας Λιάπης, στο Πήλιο της παράδοσης, εκδ. Πύλη, Αθήνα 1990
Αποστολία Νάνου Σκοτεινώτη, Η Μακρινίτσα του Πηλίου-τόμος Β΄ εκδ. Κοινότητα Μακρινίτσας, Μακρινίτσα 1998

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Από την εφημερίδα... στο ιστολόγιο



Σχολιάζοντας το προσωπικό μου blog

Σαν η μνήμη φέρει στο τώρα εκείνα που η λήθη δε διέγραψε από το προσωπικό μου ημερολόγιο, θα κάνει και μία στάση στο 1984, χρονιά που ξεκινούσα την πορεία μου στο χώρο της εκπαίδευσης.
Θέλησα να κάνω κοινωνούς των ανησυχιών, των προβληματισμών και των σκέψεων μου όχι μόνο τους μαθητές και τις μαθήτριες μου, αλλά και όλους εκείνους που συνθέτουν τον κοινωνικό ιστό. Βήμα λόγου και επικοινωνίας υπήρξε τότε η τοπική εφημερίδα «Σκοπελίτικα Νέα».
Και η συνήθεια συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά στη Σκύρο με τα «Σκυριανά Νέα».
Κι αν αποκτήσεις μια συνήθεια δύσκολα την κόβεις και έτσι ήρθε η σειρά των τοπικών εφημερίδων του Βόλου, ο Ταχυδρόμος και η Θεσσαλία. Η αρθρογραφία μου πέρασε και στο περιοδικό «Ώρες». Σήμερα συνεχίζω αραιά να γράφω στον τοπικό τύπο και στο περιοδικό «Εν Βόλω». Μια τιμητική συμμετοχή στη συντακτική ομάδα του περιοδικού «Μαγνησία» με κρατά σε επαφή με τα τοπικά μέσα ενημέρωσης.
Ιούνιο του 2008 αποφασίζω να δημιουργήσω το δικό μου blog.
Η δύναμη των ιστολογίων δίνει μια νέα ώθηση και δυναμική στην επικοινωνία. Τώρα παύει η αγωνία αν το άρθρο σου θα δημοσιευτεί. Τα διαμεσολαβούντα φίλτρα, ιδιοκτήτης, συντάκτης, επιμελητής ύλης, καταργούνται. Αναρτάς στο blog τις σκέψεις σου, τους προβληματισμούς, τους σχολιασμούς σου χωρίς την εποπτεία των άλλων.
Και περιμένεις να δεις κάποιο σχόλιο για τα γραφόμενα σου, που γίνεται σύνδεσμος επικοινωνίας με τον αναγνώστη, κάτι που δεν έχεις όταν αρθρογραφείς στην εφημερίδα.
Σύμφωνα με τον Σ. Χατζησαββίδη («Ελληνική γλώσσα και δημοσιογραφικός λόγος», 1999, σ. 33), ο δημοσιογραφικός είναι «δημόσιος λόγος», είναι «πληροφοριακός, συχνά ιδεολογικά φορτισμένος, πειθαναγκαστικός, σπάνια επιστημονικός και πιο σπάνια λογοτεχνικός, αποφεύγει την πολυσημία, είναι ακριβολόγος, σαφής, σύντομος, υπακούει στους κανόνες της κοινωνικά αποδεκτής μορφής της γλώσσας, η δε δομή του δημοσιογραφικού κειμένου είναι προσανατολισμένη προς την αποτελεσματική πρόσληψή του από το δέκτη».
Ο λόγος ενός ιστολογίου μπορεί να είναι επιστημονικός, λογοτεχνικός, ανατρεπτικός και να τον χαρακτηρίζει η πολυσημία. Γενικά ένα ιστολόγιο μπορεί να γίνει εναλλακτικό μέσο πληροφόρησης.
Δεχόμαστε τη φύση των blogs, που είναι η άμεση κριτική, η τσουχτερή γλώσσα, η αμφισβήτηση της αυθεντίας. VasilikiZ -http://newmediaconference.blogspot.com/
Φυσικά δε θα πρέπει να ξεχνούμε πως και τα ιστολόγια διέπονται από κανόνες, που αν τους παραβείς κινδυνεύεις να διαγραφείς. Την αγωνία αυτή έζησα πρόσφατα όταν ειδοποιήθηκα πως το ιστολόγιο μου « έχει επισημανθεί ως ιστολόγιο με πιθανώς ανεπιθύμητο περιεχόμενο… Για τον εντοπισμό του ανεπιθύμητου περιεχομένου, χρησιμοποιούμε έναν αυτοματοποιημένο ταξινομητή. Ο αυτόματος εντοπισμός ανεπιθύμητου περιεχομένου είναι εγγενώς ασαφής και ενδέχεται κάποιες φορές να επισημανθούν κατά λάθος ιστολόγια σαν το δικό σας
Κι όλα πήγαν καλά μιας και η θεματολογία του ιστολογίου μου: Περιβάλλον, Εκπαίδευση, Πολιτισμός και Κοινωνική Ανθρωπολογία, δε μπορεί να παραπέμπει σε «ακατάλληλη» ζώνη ενημέρωσης και επικοινωνίας.
Οι αναρτήσεις μου αποτελούν είτε εργασίες στο μάθημα «Ανθρωπολογία των Ηλεκτρονικών Μέσων (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας-Τμήμα ΙΑΚΑ, ακαδημαϊκό έτος 2008-09) είτε μέρος εισηγήσεων μου σε σεμινάρια και συνέδρια.
Μέσα από το ιστολόγιο μου προβάλλονται: α) το Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας, ως ο χώρος δουλειάς μου, β) η Κοινότητα Μακρινίτσας, είμαι συνεργάτης της σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, γ) το Μουσείο Ελληνικής Παιδικής Τέχνης, ως μέλος του Σωματείου Φίλοι του Μουσείου, δ) το Τοπικό Μουσείο Μηλεών, ως εμψυχωτής των εκπαιδευτικών του προγραμμάτων και ε) το Π.Ι.Ο.Π., ως εξωτερικός του συνεργάτης.
Με σύντομο σχολιασμό περνά, μέσα από την προσωπική οπτική γωνία, η επικαιρότητα.
Το ιστολόγιο «Δεν κοστίζει καθόλου, δεν απαιτεί την αγορά κανενός εξοπλισμού ή κάποιου προγράμματος σχεδιασμού. Δεν απαιτεί τίποτα άλλο παρά την όρεξη για αναζήτηση πληροφοριακών διαμαντιών, σε αντίθεση ακόμη και με τη σχεδίαση και τη συντήρηση ενός site που απαιτεί ένα αξιοσημείωτο χρηματικό ποσό (κατοχύρωση ονόματος, χώρο σε server, συντήρηση κ.ά.) και βέβαια ακόμη περισσότερο σε αντίθεση με τα παραδοσιακά μέσα, όπου για να εκπέμψεις μια πληροφορία χρειάζονται τεράστια χρηματικά ποσά.
Το επόμενο συγκριτικό πλεονέκτημα των blogs είναι ο απεριόριστος χώρος και η έκταση που μπορούν να δώσουν σε ένα γεγονός, σε αντίθεση με τον πολύτιμο χρόνο ή χώρο των «παλιών» μέσων. Ο στόχος του είναι η ανάδειξη των έμμεσα ή άμεσα λογοκριμένων ειδήσεων επειδή δε είναι θεαματικές ή δε εναρμονίζονται με τις επιδιώξεις των ιδιοκτητών των μέσων» Θωμάς Σιώμος-www.vardaris.gr
Συνοψίζοντας θεωρώ πως τα ιστολόγια μπορούν να λειτουργήσουν ως βήμα της ελεύθερης σκέψης, δίαυλος άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των χρηστών. Στον ακαδημαϊκό χώρο γίνονται ένα καλό εργαλείο όπου ενεργοποιούν τους φοιτητές, δίνοντας μια νέα διάσταση στη μάθηση, η οποία ξεφεύγει από την καθέδρας και γίνεται βιωματική. Οι συμφοιτητές μου απέδειξαν πως πέρα από τις αναρτήσεις για το σχετικό μάθημα, το ιστολόγιο τους έγινε βήμα για να παρουσιάσουν τις θέσεις τους για γεγονότα της επικαιρότητας μέσα από τη ματιά του Κοινωνικού Ανθρωπολόγου.
Θα συνεχίσω να χρησιμοποιώ το ιστολόγιο ως εργαλείο στην εργασία μου και ως μέσο επικοινωνίας στο διαδίκτυο, αναζητώντας την ποιότητα και όχι την ποσότητα των αριθμών (πόσοι οι αναγνώστες).




Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

«Η πολιτισμική διάσταση των προγραμμάτων του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας


Λαϊκός Πολιτισμός και Περιβάλλον
μέσα από την οπτική της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας

Η φύση και ο άνθρωπος καθώς και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους αποτέλεσε και αποτελεί πεδίο έρευνας. Ιδιαίτερα η Κοινωνική Ανθρωπολογία προωθεί μια διαλεκτική αντίληψη για τη σχέση φύσης και πολιτισμού. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και η εξέλιξη του πραγματοποιείται διαμέσου των αντενεργειών του με αυτήν. Στη φύση είναι ενσωματωμένη η ιστορία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η γνώση της Ιστορία και της Παράδοσή μας είναι ένα από τα ζητούμενα στα προγράμματα του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας.
Ξεκινώντας από το σήμερα και γνωρίζοντας τον παραδοσιακό πολιτισμό οι μαθητές μας αποκτούν μια πρώτη συνείδηση του ιστορικού χρόνου και κάνουν τις πρώτες τους συγκρίσεις με το χθες. Η επαφή με την πολιτιστική μας κληρονομιά μας οδηγεί στην αναγνώριση σημαδιών που συνδέουν τον άνθρωπο με τον τόπο, στη διάκριση του διαφορετικού από το βιομηχανοποιημένο, στην αγάπη για κάθε τι το ιδιαίτερο.
Το μετανεωτερικό υποκείμενο εμφανίζεται ως μη έχον σταθερή και μόνιμη ταυτότητα. Η ταυτότητα σχηματίζεται και μετασχηματίζεται συνεχώς, ανάλογα με τους τρόπους που μας αναπαριστούν ή αντιμετωπίζουν τα πολιτιστικά συστήματα που μας περιβάλλουν.
Οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από μια αδιάκοπη, γρήγορη και διαρκή αλλαγή. Αυτή είναι και η κύρια διάκριση με τις παραδοσιακές κοινωνίες. Ο φυσικός χώρος είναι βασικός όρος της ανάπτυξης που σημειώνει ο πολιτισμός μιας ομάδας, μικρής ή μεγάλης. Το φυσικό περιβάλλον μεταβάλλεται σε πολιτισμικό περιβάλλον ανάλογα με τις προϋποθέσεις που περιέχει μέσα του το ίδιο, αλλά και με τις προϋποθέσεις που βάζει μέσα σ’ αυτό η ανθρώπινη ομάδα. Μια δημιουργική σχέση βρίσκεται ανάμεσα στον κάτοικο και τον κατοικούμενο χώρο (Μερακλής 2004).
Άξονες μελέτης:

· Αλληλεξάρτηση της κουλτούρας με το περιβάλλον
· Φυσικό περιβάλλον και πρωτογενείς παραγωγικές δραστηριότητες
· Η σχέση του εμπορίου με την οικονομική απογείωση, την κοινωνική ευμάρεια και την πολιτιστική άνθιση
· Ιστορικές αλλαγές και κοινωνικοί μετασχηματισμοί
· Το παρελθόν ως ρευστή έννοια
· Ο αγρότης σήμερα ως μη αγνός εκφραστής του λαϊκού πολιτισμού
· Η «παράδοση» ως συμβολικό σύστημα
· Το παρελθόν μέσο απόδειξης της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας του κράτους
· Το παρελθόν ως μια περίοδος ριζικής διαφοροποίησης από το παρόν
· Οι τοπικές κοινωνίες μη κλειστά συστήματα σταθερά και αναλλοίωτα
· Το παρελθόν ως συνέχεια με το παρόν
Η Μακρινίτσα ως παραδοσιακός οικισμός προβάλλει το χθες στο σήμερα και το αύριο. Το φυσικό περιβάλλον ήταν αυτό που καθόρισε τις πρωτογενείς παραγωγικές δραστηριότητες των κατοίκων της. Η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν οι δύο βασικές δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν σε μια πρώτη ιστορική φάση του χωριού. Η σηροτροφία, η υφαντική και η βυρσοδεψία σήμαναν τη μετάβαση από την αυτάρκεια στην εμπορευματοποίηση της οικονομίας. Το εμπόριο οδήγησε στην οικονομική απογείωση, την κοινωνική ευμάρεια και την πολιτιστική άνθιση που καθρεφτίζεται σήμερα στα αρχιτεκτονικά της κατάλοιπα, εκκλησίες, σπίτια, κοινοτικές βρύσες.
Την ιστορική διαδρομή της Κοινότητας, την οικειοποίηση των φυσικών πόρων μέσα από τις θρησκευτικές δοξασίες και τελετουργίες, τις παραγωγικές σχέσεις με τις κοινωνικές δομές, τις υλικές πλευρές του πολιτισμού με τις πνευματικές, τη βαθύτερη σχέση ανθρώπου με το περιβάλλον, τη συνέχεια και την προσπάθεια γεφύρωσης του αγροτικού τρόπου ζωής με αυτόν του αστού, την ένταξη του Λαϊκού Πολιτισμού στο ιστορικό πλαίσιο και τις πραγματικές συνθήκες ζωής των κατοίκων, επιδιώκουν ιδιαίτερα τα προγράμματα του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας, α)«Μια μέρα στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου» και β) « Τουριστικές Διαδρομές στη φύση και την παράδοση του πηλιορείτικου χωριού».
Σήμερα η φύση και η παράδοση παραπέμπουν σε ένα ειδυλλιακό παρελθόν, ενώ το παρόν αντιμετωπίζεται ως εκφυλισμένη μορφή του. (Β. Νιτσιάκος 2003) Ο λόγος για τη φύση και την παράδοση τείνει να γίνει ο κυρίαρχος λόγος και στις τοπικές κοινωνίες, που θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται ως παραδοσιακές. Πρόκειται για την κατασκευή μιας «ετεροτοπίας», που ικανοποιεί τις αναζητήσεις των τουριστών για μια άλλη εμπειρία σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, στα πλαίσια του ελεύθερου χρόνου τους. Η παράδοση από βίωμα γίνεται αναβίωση και αντικείμενο τουριστικής αξιοποίησης.
Σήμερα ο αγρότης δεν θεωρείται πια ο αγνός εκφραστής του λαϊκού πολιτισμού. Παρότι η «παράδοση» εξακολουθεί να παραμένει συμβολικό σύστημα που αποδεικνύει την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του έθνους-κράτους, τα σύμβολα διαφοροποιούνται καθώς για το εθνικό κράτος οι εκφραστές της «παράδοσης» δεν υπάρχουν πια στη ζωή (Δέλτσου 1995).
Η Μακρινίτσα όπως και άλλα χωριά στο Πήλιο, η χώρα στη Σέριφο, η Οία στη Σαντορίνη, τα Ζαγοροχώρια, τα Αμπελάκια, η Μάνη, το Νυμφαίον της Φλώρινας, ο Πάνορμος της Τήνου βρέθηκαν κάτω από μια ιδεολογική ομπρέλα που έχει το δικό της στίγμα μέσα από τη σημασία που έχει η παράδοση και η πολιτιστική κληρονομιά για την οντότητα του έθνους-κράτους. Όπως έχει αποδείξει η Κυριακίδου-Νέστορος (1978), το παρελθόν υπήρξε για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος το μέσο απόδειξης της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας του. Οι χωρικοί αναπαράγουν αέναα τον τρόπο ζωής των προγονικών γενεών, ενώ στις εθιμικές τους πράξεις ανακαλύπτουμε επιβιώματα της ζωής και της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων. Το κεντρικό αξίωμα της πολιτισμικής συνέχειας αποτέλεσε την οργανωτική αρχή για τη συλλογή, ταξινόμηση και ιεράρχηση όλων των εθνογραφικών λημμάτων (M. Herzfeld). Η παράδοση εντάσσεται στα πλαίσια ενός συμβολικού χρόνου που παραμένει αναλλοίωτος. Τα μνημεία, τεκμήρια του παραδοσιακού χρόνου, παραμένουν επίσης αναλλοίωτα, παρότι η ζωή των ανθρώπων χαρακτηρίζεται από αλλαγές.
Οιπολιτικοί επιστήμονες καθώς και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας μιλούν για διάβρωση των τοπικών πολιτισμών και προβλέπουν μια πολιτισμική ομογενοποίηση। Οι πολιτιστικές ροές (εικόνες, λέξεις, πληροφορίες, γνώσεις), αλλά και οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι νόρμες που τις συνοδεύουν, ξεκινούν από τις πλούσιες χώρες της Δύσης και κατακλύζουν ολόκληρο τον κόσμο। Το δυτικό πολιτισμικό πρότυπο ασκεί μια παγκόσμια ηγεμονία και τείνει να επιβληθεί σε κάθε γωνιά του πλανήτη, περιθωριοποιώντας ή απειλώντας ακόμη και με αφανισμό τους άλλους πολιτισμούς (Κ। Βρύζας 1997)। Η παράδοση και ο λαϊκός πολιτισμός μέσα σ’ αυτό το κλίμα γίνονται ισχυρά σύμβολα μιας ενοποιημένης εθνικής ταυτότητας.
Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο ορισμένοι οικισμοί χαρακτηρίστηκαν από το ΥΠΠΟ παραδοσιακοί. Οι έννοιες της ιστορικής συνέχειας και της αυθεντικότητας ενός οικισμού, καθώς και ο φόβος για την κατεδάφιση ή την «κακοποίηση» των παλιών τους σπιτιών επέβαλε ένα θεσμικό πλαίσιο διατήρησης και προστασίας τους. Γεννώνται ορισμένα ερωτήματα που χρήζουν απάντησης. Ποια η σχέση του παρελθόντος με το παρόν; Υπάρχει συνέχεια ή μία τομή; Μήπως οι όροι που κατασκευάζουν το παραδοσιακό είναι όροι διαφοράς και ασυνέχειας; Το «άλλοτε» και το «αλλού», που αναζητά ο πρώην χωρικός, σημερινός αστός, μήπως είναι το κοντινό παρελθόν και το χωριό που άφησε πίσω του;
Μελετώντας τους παραδοσιακούς οικισμούς μέσα από προγράμματα Π.Ε. θα πρέπει πρώτα να αποσαφηνίσουμε το τι είναι παράδοση και τι παραδοσιακό. Στη συνέχεια να εξετάσουμε την παράδοση σε σχέση με τη νεωτερικότητα, την κοινωνική ζωή και γενικά τη σύγχρονη πραγματικότητα που βιώνουμε
Τα προγράμματα του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας εξετάζουν τον παραδοσιακό πολιτισμό ως μια ιστορική διαδικασία που διαφοροποιεί τον κόσμο καθώς τον ενώνει. Ανάμεσα στην παράδοση και την νεωτερικότητα αναπτύσσεται μια δυναμική που εκφράζεται με θέση, αντίθεση και τελικά σύνθεση. Η μελέτη του Λαϊκού Πολιτισμού δεν είναι μόνο μάθηση και μνήμη αλλά γίνεται πεδίο προβληματισμού για τις σχέσεις που οικοδομούμε με το περιβάλλον και τους συνανθρώπους μας.

Βιβλιογραφία
Βρύζας Κ., Παγκόσμια επικοινωνία και πολιτιστικές ταυτότητες, Gutenberg, Αθήνα 1997
Νάνου-Σκοτεινιώτη Α., Η Μακρινίτσα του Πηλίου, Κοινότητα Μακρινίτσας, Μακρινίτσα 1998
Νιτσιάκος Β., Παραδοσιακές κοινωνικές δομές, Οδυσσέας, Αθήνα 1991
Νιτσιάκος Β., Χτίζοντας το χώρο και το χρόνο, Οδυσσέας, Αθήνα 2003
Δαμιανάκος Σ., Από τον χωρικό στον αγρότη, Εξάντας-ΕΚΚΕ, Αθήνα 2002
Δέλτσου Ε., Ο ιστορικός τόπος και η σημασία της παράδοσης για το έθνος-κράτος, από το φάκελο σημειώσεων Ανθρωπολογία του ελληνικού χώρου και της Μεσογείου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας, 2005-06
Δημητρίου Σ., Η εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος IV, Καστανιώτης, Αθήνα 1996
Κυριακίδου- Νέστορος Α., Η Θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας: Κριτική Ανάλυση, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1978
Περτρονώτη Μ., Το πορτραίτο μίας διαπολιτισμικής σχέσης, Κρυσταλλώσεις, ρήγματα, ανασκευές (με τη συμμετοχή της Κ. Ζαρκιά), ΕΚΚΕ, ΟΥΝΕΣΚΟ, Πλέθρον, Αθήνα 1998
Hall S., Held D., Mcgrew A., 2003, Η νεωτερικότητα σήμερα, Αθήνα, Σαββάλας