Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Ο «Κλήδονας»


«Κόρες με τα άσπρα κίνησαν στη βρύση για να πάνε να πάρουν αμίλητο νερό στον κλύδωνα να πάνε. Aϊ -Γιάννη κληδονάρη που της μοίρας δίνεις χάρη, Aϊ -Γιάννη κληδωνάρη». «Κλειδώνουμε τον κλύδωνα με του Aγιαννιού τη χάρη και η όποια έχει καλό ριζικό να δώσει να του πάρει»
Το μέλλον του κοριτσιού, η αποκατάσταση της ανύπαντρης κοπέλας αποτελούσε για τα χωριά μας πρόσφορο έδαφος για λαϊκή μαντεία . Ποιος θα είναι ο μέλλων σύζυγος; Ανεξιχνίαστο μυστήριο, άλυτο πρόβλημα. Κάποια ένδειξη θα ανακούφιζε κάπως την αγωνιούσα ψυχή της κοπέλας και θα μετρίαζε τις αγωνίες των δικών της. Πού όμως να βρούμε την ένδειξη; O Κλήδονας αναπληρώνει την έλλειψη αυτή. O Αϊ Γιάννης ο Αποκεφαλιστής, προσδιορίζει το χρόνο: Πρόκειται για ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και του οποίου η πρώτη γραπτή περιγραφή ανέρχεται στους βυζαντινούς χρόνους.
Ο «Κλήδονας» είναι μια λαϊκή μαντική διαδικασία, από τις πιο τελετουργικές όλων των παραδόσεων του τόπου μας, σύμφωνα με τον οποίο αποκαλύπτεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου.
Η ίδια η λέξη υπάρχει από την εποχή του Ομήρου, «κλήδων» ονομαζόταν ο προγνωστικός ήχος.
Και γεννάται το ερώτημα, σήμερα στην εποχή της τεχνολογίας, της πληροφορίας και του fb, αυτές οι πρακτικές έχουν λόγο ή αποτελούν μια στείρα αναβίωση ενός παρελθόντος που πέθανε;
Για πολλά χρόνια η μελέτη και του λαϊκού μας πολιτισμού και η αναβίωση εθίμων είχε ως σκοπό να αποδείξει την ιστορική μας συνέχεια και τη σύνδεση μας με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Οι λαογράφοι προσπαθούσαν μέσα στα έθιμα να ανακαλύψουν επιβιώματα, απομεινάρια της αρχαιότητας.
Σήμερα δεν έχουμε την ανάγκη να υποστηρίξουμε και να αποδείξουμε ποιοι είμαστε, γιατί όπως είπε και ο Τσαρούχης, όταν τον ρώτησαν αν αισθάνεται απόγονος των αρχαίων Ελλήνων, απάντησε, «πως αυτό που ξέρει είναι πως κοιτάζει τον ίδιο ουρανό, με αυτόν που και οι αρχαίοι Έλληνες κοίταζαν».
Για τον κουρασμένο άνθρωπο της μεταβιομηχανικής εποχής η αναπόληση άλλων εποχών με απλότητα ζωής, χωρίς άγχος και θορύβους και με πιο ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις δεν μπορεί παρά να είναι το ζητούμενο.
Κάθε εποχή κινείται μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο και το λαϊκό μας πολιτισμό δεν πρέπει να το βλέπουμε αμετάβλητο, αναλλοίωτο και ξεκομμένο από τις αλλαγές που έρχονται. Ο καθηγητής Βαγγέλης Αυδίκος επιμένει ότι λαϊκός πολιτισμός υπάρχει γιατί «όσο υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι, οι πολιτισμοί είναι αδύνατο να ταυτίζονται». Και αυτό, παρά το γεγονός ότι «τα σύγχρονα πολιτιστικά προϊόντα παράγονται από τη βιομηχανία και δεν φέρουν το κριτήριο της λαϊκότητας που γνωρίζαμε».
Αν και ο τρόπος ζωής τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο, δε διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, όλοι έχουμε την ανάγκη να προβάλλουμε τη διαφορετικότητά μας, την ιδιαίτερη πολιτισμική μας ταυτότητα. Κι αν κάποτε κρύβαμε την καταγωγή μας, για να μη θεωρηθούμε χωριάτες και απολίτιστοι, σήμερα υπερηφανευόμαστε για το πολιτισμικό κεφάλαιο του τόπου μας.
Σήμερα δίνεται η δυνατότητα σε κάποιους από εσάς να γίνετε τα δρώντα πρόσωπα στην τέλεση ενός εθίμου και στους υπόλοιπους να γίνουμε θεατές του δρώμενου. Μπορεί να μην πιστεύουμε πια στη δυναμική και στη λειτουργία του Κλήδονα, γιατί κανένα πια κορίτσι δεν περιμένει να βρει το ταίρι του μέσα από τέτοιες πρακτικές. Δίνεται όμως η ευκαιρία να βρεθούν τα μέλη μιας τοπικής κοινότητας, να πουν ένα λόγο, να μιλήσουν για το παρόν και το μέλλον τους, να συσφίξουν τις σχέσεις τους, να περάσουν καλά. Έχουμε την ανάγκη τέτοιων ευκαιριών και συγχαρητήρια σε όλους και όλες που μέσα στο πνεύμα της εθελοντικής προσφοράς και της συλλογικότητας δούλεψαν για αυτήν την εκδήλωση.
Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο είναι ομιλία μου σε εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου του Άνω Βόλου «Ιάσων», στις 26 Ιουνίου 2011.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Η μεταρρύθμιση των Πανεπιστημίων




Η αγωνία των μαθητών/τριων της Γ΄ Λυκείου και των οικογενειών τους πήρε τέλος με την ανακοίνωση της βαθμολογίας των πανελλαδικών εξετάσεων. Μια διαδρομή κόπων και οικονομικής αφαίμαξης συνεχίζεται σε ένα αβέβαιο μέλλον…
Αναλυτές και ειδικοί θα σταθούν και πάλι στο κατά πόσο οι βάσεις θα πέσουν και ποιο το μέλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
H ανάγκη για αλλαγές στο χώρο της Παιδείας και η σημασία τους για την πρόοδο μιας κοινωνίας δεν είναι κάτι καινούριο. Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε η λέξη μεταρρύθμιση από Υπουργούς Παιδείας στη χώρα μας. Εκείνο το οποίο πλασάρεται τα τελευταία χρόνια είναι πως η Ανώτατη Εκπαίδευση για λόγους εθνικής και ατομικής ευημερίας πρέπει να προχωρήσει σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Η κοινωνία αναγνωρίζει πως η τριτοβάθμια εκπαίδευση πάσχει και νοσεί. Φταίει η χαμηλή χρηματοδότηση; Ή μήπως οι λανθασμένοι χειρισμοί στη δημιουργία πανεπιστημιακών σχολών για την οικονομική στήριξη τοπικών κοινωνιών; Φταίει το ανθρώπινο δυναμικό, καθηγητές και φοιτητές; Ή το καθεστώς διοίκησης και μη αξιολόγησης των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων;
Ακούμε και διαβάζουμε για αλλαγές που θα στοχεύουν στην ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας, στην ανταγωνιστικότητα, στην ενθάρρυνση διδασκαλίας και μάθησης περισσότερο ευέλικτης και ανοικτής στην αγορά εργασίας με την αξιοποίηση του δυναμικού των νέων τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνίας. Σε τελική ανάλυση να έχουμε πτυχία που θα συνδέονται με την αγορά εργασίας. Αλλαγές που θα οδηγούν σε μια ποιοτική Παιδεία όπου το κάθε ευρώ που δίνει ο φορολογούμενος θα πιάνει τόπο.
Εξαγγελίες πολιτικών που χαϊδεύουν τα αυτιά των πολιτών. Αλλαγές που δεν είναι ξεκομμένες από την πιστή εφαρμογή της ευρωπαϊκής και της διεθνικής πολιτικής για τη νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση των Πανεπιστημίων, όπως αυτή διαφαίνεται από τη θέσπιση της «διαδικασίας Μπολόνια» και της «στρατηγικής της Λισσαβόνας».
Αλλά ας δούμε ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης των Πανεπιστημίων.
Η τριτοβάθμια εκπαίδευση από δημόσιο αγαθό που οδηγεί και συμβάλει στην παραγωγή μορφωμένων πολιτών, ελεύθερων πνευμάτων, ατόμων με κριτική σκέψη, περνά στην θεώρηση, πως η ανώτατη εκπαίδευση είναι ατομική και οικονομική επένδυση για το μέλλον.
Τα πανεπιστήμια από χώροι κριτικής αναζήτησης και αυτόνομης μάθησης θα μετατραπούν σε διεθνείς επιχειρηματικούς ομίλους που λειτουργούν σε μια ανταγωνιστική παγκόσμια οικονομία της γνώσης. Εγκαταλείπουν τη θεολογική και ουμανιστική τους κληρονομιά και παραδίδονται στην αυθεντία της επιχειρησιακής λογικής και του λαϊκισμού της αγοράς.
Τα πανεπιστήμια ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς τόσο στο ανθρώπινο δυναμικό, όσο και στο ερευνητικό πεδίο. Προσφέρουν απόφοιτους με υψηλά τεχνολογικά και διοικητικά προσόντα αλλά η μεγαλύτερη μάζα πτυχιούχων διαθέτει δεξιότητες και όχι κριτική σκέψη και γνώσεις, ώστε να απασχολείται στις ευέλικτες-ελαστικές σχέσεις εργασίας. Ως προς το ερευνητικό πεδίο, αυτό να συνδέεται άμεσα με εφαρμοσμένες τεχνικές που έχουν οικονομικό όφελος. Επομένως γρήγορα η έρευνα σε ανθρωπιστικά πεδία θα χαρακτηρίζεται περιττή πολυτέλεια.
Κεντρικό ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική. έχει η αξιολόγηση των ιδρυμάτων, φοιτητών και διδασκόντων, με μετρήσιμα, ποσοτικά κυρίως δεδομένα. Για να εξασφαλιστεί η «αποδοτικότητα» των εκπαιδευτικών υπηρεσιών, τα πανεπιστήμια άρχισαν να λειτουργούν σαν επιχειρήσεις: με το σύνθημα «κάνετε περισσότερα με λιγότερα».
Φυσικά οι αλλαγές που επιδιώκονται στην τριτοβάθμια δεν είναι ξεκομμένες από τις αλλαγές που έχουν επιτευχτεί στην Α/θμια και Β/θμια Εκπαίδευση. Αναγνωρίζω μία συνέχεια που έχει αρχίσει εδώ και μερικά χρόνια με τη γυμνασιοποίηση του δημοτικού (πολλά γνωστικά αντικείμενα και διάσπαση της ολιστικής προσέγγισης της γνώσης) και επιμονή του συστήματος στην καλλιέργεια δεξιοτήτων.
Η εθνογραφική έρευνα του Chris Shore στο Πανεπιστήμιο Auckland της Νέας Ζηλανδίας αναδεικνύει το προφίλ του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου που οραματίζονται οι πολιτικές ηγεσίες των Ευρωπαϊκών χωρών.
Το Πανεπιστήμιο έχει μετατρέψει τα πνευματικά του δικαιώματα σε εμπορεύσιμο προϊόν, κάθε δολάριο που παράγεται από την πανεπιστημιακή έρευνα δημιουργεί αξία επτά δολαρίων για την οικονομία της περιφέρειας. Τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του Πανεπιστημίου πράττουν στη λογική του εμπορικού συμφέροντος και της επιχειρηματικής απόδοσης. Οι μάνατζερ διεκδικούν ρόλο ταύτισης με το ίδιο το πανεπιστήμιο εξορίζοντας διδακτικό προσωπικό και φοιτητές Η αναζήτηση της αμερόληπτης ανιδιοτελούς αλήθειας αντικαταστάθηκε από το όραμα της πολιτικο-οικονομικής προστιθέμενης αξίας.
Η πανεπιστημιακή έρευνα είναι προσαρμοσμένη στην αγορά και αντιμετωπίζεται ως πηγή εσόδων και όχι συνδεδεμένη με την πορεία και την εξέλιξη της επιστήμης.
Ως μια επιχείρηση που βασίζεται σε οικονομικούς ισολογισμούς επιδιώκει την αύξηση των μεταπτυχιακών φοιτητών και εύρεση άλλων πηγών για χρηματοδότηση. Ο κύριος ρόλος του Πανεπιστημίου είναι η συμβολή του στη μεγιστοποίηση του πλούτου και στον περιορισμό των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ρίσκων.
Οι ακαδημαϊκές υποκειμενικότητες μεταβάλλονται σε εμπειρογνώμονες και αναδόχους έργων.
Ποτέ δεν είναι αργά πίσω από τις ξελογιάστρες λέξεις της μεταρρύθμισης, της κινητικότητας, της επαγγελματικής αποκατάστασης, της καινοτομίας, των ίσων ευκαιριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να δούμε, πως η επιχειρούμενη μεταρρύθμιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση διέπεται από ένα σχέδιο που όλα μετρώνται με οικονομικούς όρους και σχέσεις.
Το αξίζουμε; Το θέλουμε; Οραματιζόμαστε ένα αύριο δέσμιο του αχαλίνωτου κέρδους και αποψιλωμένο από πανανθρώπινες αξίες; Η απόφαση για το μέλλον της Εκπαίδευσης είναι υπόθεση όλων μας.
Βιβλιογραφία:
Chris Shore, “Beyond the multiversity: neoliberalism and the rise of the schizophrenic university”, Social Anthropology 18/1 (2010), s. 15-29, ελλ. Μετφ. Πέρα από το πολλαπλο-επιστήμιο: O νεοφιλελευθερισμός και η ανάδυση του σχιζοφρενικού πανεπιστήμιου
Αθανασίου Αθηνά, Η κριτική την εποχή της κρίσης ή η απαξίωση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών, Ομιλία σε ημερίδα του περ. ΙΣΤΟΡΕΙΝ, 13.11.2010
Βαν Μπούσχοτεν, Ποια κοινωνία της γνώσης; Η διπλή κρίση και οι γεωπολιτικές αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ομιλία σε ημερίδα του περ. ΙΣΤΟΡΕΙΝ, 13.11.2010
Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος», στις 23 Ιουνίου 2011