Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

Μακρινίτσα-παραδοσιακός οικισμός


"Ο παραδοσιακός οικισμός της Μακρινίτσας
και η φύση"
Μια πρώτη προσέγγιση
μέσα από την Κοινωνική Ανθρωπολογία»


του Τσιμπλούλη Γεράσιμου


Η φύση και ο άνθρωπος καθώς και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους αποτέλεσε και αποτελεί πεδίο έρευνας. Οι φυσιοκρατικές θεωρίες ξεκινούν από την αντίληψη του 18ου αιώνα πως ο άνθρωπος υπακούει στους φυσικούς νόμους σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ιδέες και αντιλήψεις της θείας πρόνοιας και καταγωγής. Η πιο διαδεδομένη θεωρία είναι αυτή που αποδίδει τα φυσικά και κοινωνικά γνωρίσματα του ανθρώπου στο γεωγραφικό παράγοντα. Η ανθρωπογεωγραφία τόνισε τη στενή εξάρτηση του ανθρώπου και του κράτους από το έδαφος. Σήμερα η γαλλική σχολή του Braudel συνεχίζει τη μελέτη της αλληλεξάρτησης της κουλτούρας με το περιβάλλον.
Σε αντιδιαστολή με την ανθρωπογεωγραφία και κάτω από την επίδραση του νεοθετικισμού έχει περάσει η αντίληψη της «φυσικής» γεωγραφίας που αναπτύσσεται με δύο αντιθετικές απόψεις: Η πρώτη παρουσιάζει τη φύση ως μία αδρανή μάζα που άνθρωπος χειρίζεται και εκμεταλλεύεται σύμφωνα με το δικό του συμφέρον. Η θεώρηση αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους τεχνοκράτες με συνεπακόλουθο τα τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα και την οικολογική κρίση. Η δεύτερη άποψη θεωρεί τη φύση κυρίαρχο και καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση του πολιτισμού (Δημητρίου 1996).
Σήμερα στις κοινωνικές επιστήμες τείνει να επικρατήσει η αντίληψη πως η φύση δεν είναι μια αιώνια και αναλλοίωτη ουσία έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. Ιδιαίτερα η Κοινωνική Ανθρωπολογία προωθεί μια διαλεκτική αντίληψη για τη σχέση φύσης και πολιτισμού. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και η εξέλιξη του πραγματοποιείται διαμέσου των αντενεργειών του με αυτήν. «Η κοινωνικοποίηση της φύσης και ο συνεχής διάλογος με τον πολιτισμό επηρεάζουν τις ίδιες τις λειτουργίες της» (Νιτσιάκος 1991:15). Στη φύση λοιπόν είναι ενσωματωμένη η ιστορία της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η Μακρινίτσα, χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός, αποτελεί πεδίο της προσέγγισής μας μέσα από την οπτική της κοινωνικής μεταβολής και των παραπάνω θέσεων. Οι τοπικές κοινωνίες σήμερα βιώνουν ριζικές αλλαγές, ώστε οι παλιές α-ιστορικές και στατικές προσεγγίσεις που δημιουργούν μια μυθοποιητική εξιδανίκευση όπου ο Έλληνας χωρικός είναι εγγυητής της συνέχειας του λαϊκού πολιτισμού, να τίθενται στο περιθώριο.
Το φυσικό περιβάλλον της Μακρινίτσας καθόρισε τις πρωτογενείς παραγωγικές δραστηριότητες των κατοίκων της. Η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν οι δύο βασικές δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν σε μια πρώτη ιστορική φάση του χωριού. Η σηροτροφία, η υφαντική και η βυρσοδεψία σήμαναν τη μετάβαση από την αυτάρκεια στην εμπορευματοποίηση της οικονομίας. Το εμπόριο οδήγησε στην οικονομική απογείωση, την κοινωνική ευμάρεια και την πολιτιστική άνθιση που καθρεφτίζεται σήμερα στα αρχιτεκτονικά της κατάλοιπα. Επομένως η οικειοποίηση των φυσικών πόρων με τις θρησκευτικές δοξασίες και τελετουργίες, οι παραγωγικές σχέσεις με τις κοινωνικές δομές, οι υλικές πλευρές του πολιτισμού με τις πνευματικές αναδεικνύουν τη βαθύτερη σχέση των ανθρώπων με το περιβάλλον.
Ο αρχικός οικισμός της Μακρινίτσας αναπτύχθηκε γύρω από το μοναστήρι της Παναγίας στο διάστημα 1204-1215. Μέχρι τις παραμονές της τουρκικής κατάκτησης της Θεσσαλίας, ήταν μοναστηρότοπος. Στη συνέχεια πέρασε στην κατοχή του Σουλτάνου με ιδιαίτερα προνόμια. Στο τέλος του 18ου αιώνα η Μακρινίτσα ήταν το μεγαλύτερο χωριό από τα βακούφια σε πλούτο και πληθυσμό(Νάνου-Σκοτεινώτη 1998). Το 1881, έτος προσάρτησης της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, βρίσκει τη Μακρινίτσα σε σημαντική οικονομική κίνηση και χειροτεχνική ανάπτυξη. Μετά την ακμή θα αρχίσει μια φθίνουσα πορεία τόσο στο ανθρώπινο δυναμικό όσο και στον οικονομικό τομέα. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι έφεραν τον οικονομικό μαρασμό στις ανταλλακτικές σχέσεις ενώ η ανάπτυξη της βιομηχανίας έφερε πλήγμα στην οικιακή χειροτεχνία. Κατά την μεταπολεμική περίοδο οι θεμελιώδεις αλλαγές που οφείλονται σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και σε συγκεκριμένα ιστορικά αίτια, οδήγησαν στην αστικοποίηση του αγροτικού πληθυσμού και μετατόπισαν το κέντρο της αγροτικής οικονομίας από τα ορεινά στα πεδινά. Η Μακρινίτσα δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από τις ευρύτερες ιστορικές αλλαγές και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η Μακρινίτσα των 6000 κατοίκων στα 1880, κατά το Ν. Γεωργιάδη, έφθασε στο 2006 να αριθμεί 500 ψυχές.
Σήμερα η φύση και η παράδοση παραπέμπουν σε ένα ειδυλλιακό παρελθόν, ενώ το παρόν αντιμετωπίζεται ως εκφυλισμένη μορφή του. (Β. Νιτσιάκος 2003) Ο λόγος για τη φύση και την παράδοση τείνει να γίνει ο κυρίαρχος λόγος και στις τοπικές κοινωνίες, που θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται ως παραδοσιακές. Πρόκειται για την κατασκευή μιας «ετεροτοπίας», που ικανοποιεί τις αναζητήσεις των τουριστών για μια άλλη εμπειρία σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, στα πλαίσια του ελεύθερου χρόνου τους. Παραδοσιακό ξενοδοχείο, παραδοσιακή ταβέρνα, παραδοσιακό φαγητό, παραδοσιακοί χοροί, παραδοσιακή κοινότητα εντάσσονται στα πλαίσια μιας «κοινωνικής» κατασκευής της φύσης και της παράδοσης κάτω από την ηγεμονία του αστικού–δυτικοευρωπαϊκού πολισμού. Η παράδοση από βίωμα γίνεται αναβίωση και αντικείμενο τουριστικής αξιοποίησης.
Μελετώντας τους παραδοσιακούς οικισμούς θα πρέπει πρώτα να αποσαφηνίσουμε το τι είναι παράδοση και τι παραδοσιακό. Στη συνέχεια να εξετάσουμε την παράδοση σε σχέση με τη νεωτερικότητα, την κοινωνική ζωή και γενικά τη σύγχρονη πραγματικότητα που βιώνουμε.
Η επικράτηση στην ανθρωπολογία μιας οπτικής βασισμένης στη διάζευξη θα πρέπει να αποδοθεί στις ανθρώπινες σχέσεις και οι πολιτισμοί προσεγγίζονται με νοητικά εργαλεία, οι ρίζες των οποίων ανάγονται σε ένα σύνθετο ιστορικό γίγνεσθαι. Τίποτα δε γίνεται πλήρως αντιληπτό χωρίς την ταυτόχρονη διατύπωση του αντίθετου ή του διαφορετικού (Πετρονώτη 1998). Το παρόν αντιδιαστέλλεται με το παρελθόν, το αστικό με το λαϊκό, το παραδοσιακό με το μοντέρνο, το χωριό με την πόλη, η φύση με τον πολιτισμό.
Η σχέση του παρόντος με το παρελθόν είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν και την Κοινωνική Ανθρωπολογία. Οι σύγχρονες ανθρωπολογικές μελέτες δέχονται πως το παρελθόν είναι μια ρευστή έννοια και οι σχέσεις που υπάρχουν με το παρόν είναι ιδεολογικές κατασκευές, που πηγάζουν από τις τρέχουσες συνθήκες. Οι έννοιες της παράδοσης και του μοντέρνου είναι αυτές που κατασκευάζουν ταυτότητες μέσα στα πλαίσια των σχέσεων της τοπικής κοινωνίας με το παγκόσμιο σύστημα.
Σήμερα ο αγρότης δεν θεωρείται πια ο αγνός εκφραστής του λαϊκού πολιτισμού. Παρότι η «παράδοση» εξακολουθεί να παραμένει συμβολικό σύστημα που αποδεικνύει την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του έθνους-κράτους, τα σύμβολα διαφοροποιούνται καθώς για το εθνικό κράτος οι εκφραστές της «παράδοσης» δεν υπάρχουν πια στη ζωή (Δέλτσου 1995).
Η Μακρινίτσα όπως και άλλα χωριά στο Πήλιο, η χώρα στη Σέριφο, η Οία στη Σαντορίνη, τα Ζαγοροχώρια, τα Αμπελάκια, η Μάνη, το Νυμφαίον της Φλώρινας, ο Πάνορμος της Τήνου βρέθηκαν κάτω από μια ιδεολογική ομπρέλα που έχει το δικό της στίγμα μέσα από τη σημασία που έχει η παράδοση και η πολιτιστική κληρονομιά για την οντότητα του έθνους-κράτους. Όπως έχει αποδείξει η Κυριακίδου-Νέστορος (1978), το παρελθόν υπήρξε για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος το μέσο απόδειξης της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας του. Το παρελθόν που χρησιμοποιήθηκε, για να εδραιωθεί η εθνική κυριαρχία του κράτους, ήταν η παράδοση, η οποία μελετήθηκε από την επίσης νεοσύστατη τότε επιστήμη της Λαογραφίας. Μέσα στη διαδικασία της εθνικής χρήσης του παρελθόντος η παράδοση και ο λαϊκός πολιτισμός αποσπάστηκαν από το ιστορικό πλαίσιο και τις πραγματικές συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Οι χωρικοί αναπαράγουν αέναα τον τρόπο ζωής των προγονικών γενεών, ενώ στις εθιμικές τους πράξεις ανακαλύπτουμε επιβιώματα της ζωής και της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων. Το κεντρικό αξίωμα της πολιτισμικής συνέχειας αποτέλεσε την οργανωτική αρχή για τη συλλογή, ταξινόμηση και ιεράρχηση όλων των εθνογραφικών λημμάτων (M. Herzfeld). Η παράδοση εντάσσεται στα πλαίσια ενός συμβολικού χρόνου που παραμένει αναλλοίωτος. Τα μνημεία, τεκμήρια του παραδοσιακού χρόνου, παραμένουν επίσης αναλλοίωτα, παρότι η ζωή των ανθρώπων χαρακτηρίζεται από αλλαγές.
Σήμερα πολιτικοί επιστήμονες καθώς και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας μιλούν για διάβρωση των τοπικών πολιτισμών και προβλέπουν μια πολιτισμική ομογενοποίηση. Οι πολιτιστικές ροές (εικόνες, λέξεις, πληροφορίες, γνώσεις), αλλά και οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι νόρμες που τις συνοδεύουν, ξεκινούν από τις πλούσιες χώρες της Δύσης και κατακλύζουν ολόκληρο τον κόσμο. Το δυτικό πολιτισμικό πρότυπο ασκεί μια παγκόσμια ηγεμονία και τείνει να επιβληθεί σε κάθε γωνιά του πλανήτη, περιθωριοποιώντας ή απειλώντας ακόμη και με αφανισμό τους άλλους πολιτισμούς (Κ. Βρύζας 1997). Η παράδοση και ο λαϊκός πολιτισμός μέσα σ’ αυτό το κλίμα γίνονται ισχυρά σύμβολα μιας ενοποιημένης εθνικής ταυτότητας.
Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο ορισμένοι οικισμοί χαρακτηρίστηκαν από το ΥΠΠΟ παραδοσιακοί. Οι έννοιες της ιστορικής συνέχειας και της αυθεντικότητας ενός οικισμού, καθώς και ο φόβος για την κατεδάφιση ή την «κακοποίηση» των παλιών τους σπιτιών επέβαλε ένα θεσμικό πλαίσιο διατήρησης και προστασίας τους. Τα σπίτια των ανθρώπων μετατράπηκαν σε συλλογικά μνημεία με συμβολική και κοινωνική αξία. Σύμφωνα με την Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων, ως ιστορικός τόπος χαρακτηρίζεται ένας οικισμός του οποίου τα μορφολογικά, πολεοδομικά, αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, καθώς και το σύνολο του κτιστού περιβάλλοντος έχουν διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα. Ο χαρακτηρισμός της Μακρινίτσας ως παραδοσιακού οικισμού επιβάλλει συγκεκριμένους πολεοδομικούς περιορισμούς που καθορίζουν τις όποιες αλλαγές μπορούν να γίνουν στα παλιά σπίτια ή το πώς θα κτιστούν τα νέα μέσα στο χωριό. Ορισμένες «παραφωνίες» που μπορούμε να παρατηρήσουμε σε μια περιδιάβασή μας (κεραμίδια σε στέγες, το κτήριο που στεγάζει την Κοινότητα, κ.α) είναι το αποτέλεσμα μιας πρακτικής που σταμάτησε με το χαρακτηρισμό του οικισμού ως παραδοσιακού.
Ορισμένα ερωτήματα που προκύπτουν μέσα από αυτή τη σύντομη μελέτη της Μακρινίτσας είναι: Ποια η σχέση του παρελθόντος με το παρόν; Υπάρχει συνέχεια ή μία τομή; Μήπως οι όροι που κατασκευάζουν το παραδοσιακό είναι όροι διαφοράς και ασυνέχειας; Το «άλλοτε» και το «αλλού», που αναζητά ο πρώην χωρικός, σημερινός αστός, μήπως είναι το κοντινό παρελθόν και το χωριό που άφησε πίσω του;
Πράγματι αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως παρελθόν γίνεται αντιληπτό ως κάτι διαφορετικό από το παρόν που χαρακτηρίζεται για την κίνησή του προς τα μπρος και εκφράζεται με την έννοια της προόδου. Η παράδοση προκύπτει από τη στιγμή που παύει να είναι ζώσα πραγματικότητα.
Μελετώντας τα αρχοντικά του χωριού θα διαπιστώσουμε πως εξωτερικά το αρχιτεκτονικό τους κέλυφος παραμένει σταθερό, ενώ εσωτερικά η διαμόρφωση και η λειτουργία των χώρων ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες. Τα αρχοντόσπιτα έπαψαν να στεγάζουν πατριαρχικές οικογένειες. Σήμερα φιλοξενούν επισκέπτες που αναζητούν να ξεφύγουν για λίγο από τους ρυθμούς της αστικής τους ζωής. Το κατώι που εξυπηρετούσε τις ανάγκες αποθήκευσης των αγαθών, τώρα έχει μετατραπεί σε χώρο καθιστικό και τραπεζαρίας για το πρωινό. Το δοξάτο και ο μουσαφίρ οντάς του καλοκαιρινού ορόφου έχουν γίνει δωμάτια-σουίτες.
Τα σημερινά σπίτια που χτίζονται, αρχιτεκτονικά λέμε πως ανήκουν στην πηλιορείτικη αρχιτεκτονική ταυτίζοντας με τον όρο παραδοσιακή. Τα δομικά υλικά παραμένουν η πέτρα και το ξύλο, οι πλάκες και ο τσατμάς; ή χρησιμοποιούνται σύγχρονα υλικά;
Η πλατεία του χωριού, το παζάρι έπαψε να είναι το οικονομικό κέντρο της τοπικής κοινωνίας και ο χώρος συνεύρεσης του ανδρικού πληθυσμού. Οι οικονομικές δραστηριότητες απλώνονται στο δρόμο που ξεκινά από τη Μπράνη και φθάνει στην πλατεία. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια μικρομάγαζα με είδη «λαϊκής» τέχνης προβάλλουν στον αμαξωτό δρόμο Μπράνης-Πρεβαντόριου.
Οι εκκλησίες συνεχίζουν να αποτελούν χώρους για την εκπλήρωση των θρησκευτικών αναγκών των κατοίκων. Έπαψαν όμως προ πολλού να έχουν τον χαρακτήρα της ενοριακής εκκλησίας. Σήμερα στέκουν κλειδαμπαρωμένες περιμένοντας τη μέρα που γιορτάζουν για να λειτουργηθούν.
Οι κρήνες, κοινοτικές βρύσες, πρόσφεραν σε ανθρώπους και ζώα το μεγάλο δώρο της φύσης, το νερό. Γυναίκες και κοπέλες έρχονταν στην κρήνη να πάρουν νερό, μα και να πλύνουν ρούχα. Μέχρι να γεμίσει το γκιούμ(ι) ή η στάμνα, έπιαναν την κουβέντα σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα. Παλικάρια σταματούσαν σ’ αυτή για να πάρουν μια ανάσα, να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν τα ζωντανά τους, να ρίξουν μια κλεφτή ματιά στην αγαπημένη τους. Σήμερα οι κρήνες γίνονται μάρτυρες μιας άλλης εποχής, αξιοθέατο προς τέρψη των επισκεπτών και πεδίο μελέτης για μαθητικές ομάδες.
Αν το νήμα της σκέψης μας περνά μέσα από τη δυαδική λογική και την καθαρότητα διχοτομήσεων, τότε η Μακρινίτσα διατηρεί μια αυθεντικότητα που δεν εξαρτάται από τη μοναδικότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς αλλά από την αρχιτεκτονική μορφή που τελεί κάτω από ειδική προστασία. Η ομπρέλα της παράδοσης παρουσιάζει το παρελθόν ως μια περίοδος ριζικής διαφοροποίησης από το παρόν. Γίνεται ένας τόπος περιβαλλοντικής αξίας και αισθητικής απόλαυσης για τους επισκέπτες, ενώ παραγνωρίζεται ως ένας χώρος με δυσκολίες για την επιβίωση των ντόπιων. Οι ψηφιακές ή μη φωτογραφικές μηχανές των τουριστών παγιδεύουν τον αγωγιάτη με τα μουλάρια του την ώρα της δουλειάς. Αποτυπώνουν ένα παρελθόν στο παρόν, ως μια ειδυλλιακή παραδοσιακή εικόνα. Αγνοούν ή παραβλέπουν το οικονομικό βάρος της μεταφοράς για τους ιδιοκτήτες που θέλουν να επισκευάσουν τα σπίτια τους.
Αν όμως ο εθνογραφικός μας φακός σταθεί με μια κρητική στάση απέναντι στην οπτική της διάζευξης, τότε το θεωρητικό ζητούμενο είναι να δούμε και να εξετάσουμε τον παραδοσιακό πολιτισμό του παρελθόντος με το σήμερα ως μια ιστορική διαδικασία που διαφοροποιεί τον κόσμο καθώς τον ενώνει. Οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι κλειστά συστήματα σταθερά και αναλλοίωτα. Η αντίληψη του παρελθόντος ενέχει στοιχεία συνέχειας με το παρόν μέσα από μία βιωματική πρόσληψη του χώρου και του χρόνου από τους κατοίκους της τοπικής κοινωνίας που τον βιώνουν.
Ανάμεσα λοιπόν στην παράδοση και τη νεωτερικότητα αναπτύσσεται μια δυναμική που εκφράζεται με θέση, αντίθεση και τελικά σύνθεση. Η αναθέρμανση και η επιστροφή αυτή (στην παράδοση) να μην καταντήσει άγονος και επιζήμιος δρόμος, εθνικισμός και προγονοπληξία (Αναγνωστόπουλος Β. 2005). Η αισθητική του τοπίου και της αρχιτεκτονικής δε θα πρέπει να είναι η μοναδική μας αναζήτηση στη μελέτη των παραδοσιακών οικισμών. Ας ανακαλύψουμε τι υπάρχει πίσω από τις εικόνες και τα πρόσωπα.
Μήπως τελικά η οπτική μας στο θέμα της παράδοσης θα πρέπει να ενέχει στοιχεία συνέχειας και συνύπαρξης;

Βιβλιογραφία
Βρύζας Κ., Παγκόσμια επικοινωνία και πολιτιστικές ταυτότητες, Gutenberg, Αθήνα 1997
Νάνου-Σκοτεινιώτη Α., Η Μακρινίτσα του Πηλίου, Κοινότητα Μακρινίτσας, Μακρινίτσα 1998
Νιτσιάκος Β., Παραδοσιακές κοινωνικές δομές, Οδυσσέας, Αθήνα 1991
Νιτσιάκος Β., Χτίζοντας το χώρο και το χρόνο, Οδυσσέας, Αθήνα 2003
Δαμιανάκος Σ., Από τον χωρικό στον αγρότη, Εξάντας-ΕΚΚΕ, Αθήνα 2002
Δέλτσου Ε., Ο ιστορικός τόπος και η σημασία της παράδοσης για το έθνος-κράτος, από το φάκελο σημειώσεων Ανθρωπολογία του ελληνικού χώρου και της Μεσογείου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας, 2005-06
Δημητρίου Σ., Η εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος IV, Καστανιώτης, Αθήνα 1996
Κυριακίδου- Νέστορος Α., Η Θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας: Κριτική Ανάλυση, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1978
Περτρονώτη Μ., Το πορτραίτο μίας διαπολιτισμικής σχέσης, Κρυσταλλώσεις, ρήγματα, ανασκευές (με τη συμμετοχή της Κ. Ζαρκιά), ΕΚΚΕ, ΟΥΝΕΣΚΟ, Πλέθρον, Αθήνα 1998

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

Κατανάλωση




Τα φύλα μέσα

από την κατανάλωση


του Τσιμπλούλη Γεράσιμου



Όπως όλοι οι μεγάλοι μύθοι που σέβονται τον εαυτό τους, έτσι και ο μύθος της κατανάλωσης έχει το δικό του λόγο και αντίλογο. Από τη μια ο λόγος ο εξυμνητικός για την αφθονία των αγαθών και των υπηρεσιών όπου ο άνθρωπος και οι πόθοι του δικαιώνονται. Κι από την άλλη ο κριτικός λόγος για τα κακά της καταναλωτικής κοινωνίας, όπου διακυβεύεται το μέλλον των επόμενων γενεών μέσα από την εξάντληση των πόρων του πλανήτη μας.
Θυμάμαι τον πατέρα μου να κόβει στα δυο τη χαρτοπετσέτα και τη μάνα μου να κάνει παξιμάδια το μπαγιάτικο ψωμί. Το φαγητό σαν περίσσευε έμπαινε στην άκρη για την επαύριον ως συμπλήρωμα ή για να «παντρευτεί» ώστε να προκύψει ένα νέο πιάτο. Και τ’ αποφάγια κατέληγαν στις γάτες της γειτονιάς. Στα σκουπίδια ψωμί ή φαγητό ήταν κάτι το αδιανόητο. Ήταν αμάρτημα. Ο σκουπιδοτενεκές μας ποτέ δεν ξεχείλιζε, παρότι η σκουπιδιάρα του δήμου περνούσε δυο με τρεις φορές τη βδομάδα.
Τα ψώνια, κρέας και ψάρια, η κορυφή της διατροφής, ήταν συνήθως υπόθεση και επιλογή του πατέρα. Της μάνας τα υπόλοιπα χρειαζούμενα. Όταν ο χρόνος το επέτρεπε η δική μου συμμετοχή ήταν μέχρι το φούρνο ή τον μπακάλη της γειτονιάς για κάποιο συμπλήρωμα με την προτροπή να προσέξω στο ζύγι και στα ρέστα.
Θυμάμαι επίσης τη μάνα μου να μακραίνει το στρίφωμα στα παντελόνια μου κάθε φορά που ψήλωνα, μα και να μεταποιεί τα δικά της ρούχα σαν άλλαζε η μόδα. Ήταν βλέπετε μοδίστρα και η επιλογή της ήταν ενδύματα κοπής και ραφής που αντέχουν στο χρόνο.
Κοιτάζοντας τη δράση των υποκειμένων στην καθημερινή τους ζωή, διακρίνεται ένας καταμερισμός σύμφωνα με το φύλο. Μέσα από τις αποφάσεις που παίρνουν για το τι αρμόζει ή δεν αρμόζει να αγοραστεί, πότε, για ποια χρήση και για ποιον, ορίζονται διαχωριστικές γραμμές και συγκροτούνται ταυτότητες και σχέσεις. Πρόκειται για ένα έμφυλο δίπολο όπου ο άντρας φτιάχνει, παράγει και συμβάλλει στην αύξηση του κεφαλαίου πραγματικού ή συμβολικού του νοικοκυριού και η γυναίκα καταναλώνει, ξοδεύει, τρώει. Όλως αντιθέτως η ρήση «χωρίς τη γυναίκα σπιτικό δε γίνεται», θέλει τις γυναίκες να βρίσκουν την καταξίωσή τους μέσα από την τιθάσευση της «φύσης» τους, δηλαδή της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς.
Σήμερα η ιδεολογία της κατανάλωσης θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε πως έχουμε μπει σε μια καινούρια εποχή, και ότι μια αποφασιστική ανθρώπινη επανάσταση χωρίζει την οδυνηρή και ηρωική εποχή της παραγωγής από την ευφορική εποχή της κατανάλωσης. Το «αγοράστε τώρα και πληρώστε αργότερα», ήρθε να αντικαταστήσει τα πουριτανικά θέματα της εργασίας, της αποταμίευσης, της κληρονομιάς. Αλλά αυτό φαινομενικά αποτελεί μια ανθρώπινη επανάσταση. Στην πραγματικότητα το άτομο υπηρετεί το βιομηχανικό σύστημα καταναλώνοντας τα προϊόντα του. Το σύστημα έχει ανάγκη τους ανθρώπους ως εργαζόμενους (μισθωτή εργασία), ως οικονόμους (φόροι, δάνεια), αλλά ολοένα και περισσότερο ως καταναλωτές.
Τα στιλ κατανάλωσης συχνά παίζουν μεγαλύτερο ρόλο για να προσδιοριστούν οι ταυτότητες και η συνείδηση των ανθρώπων παρά η θέση τους στο παραγωγικό σύστημα. Η εικόνα μας εξαρτάται το τι φοράμε, το τι καταναλώνουμε.
Στον πολιτισμό της καθημερινής ζωής τα εμπορικά κέντρα και οι εμπορικοί οδοί μετατρέπονται σε πεδία μιας τερπνής απόδρασης από τη συνηθισμένη συνείδηση της πραγματικότητας στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας. Shopping therapy. Οι εικόνες προσωπικοτήτων, ως πρότυπα που έχουν συνδεθεί με προϊόντα, χρησιμεύουν για να μας πείσουν, πως αγοράζοντας αυτά τα αγαθά, ταυτόχρονα συμμετέχουμε σε μια κοινή εμπειρία ενός πιο δυναμικού και αισθησιακού κόσμου. Τα πρότυπα διατάσσονται σε αρσενικό και θηλυκό. Παρότι προβάλλονται εικόνες-διαφημίσεις όπου ο άντρας καταπιάνεται με το μαγείρεμα ή την καθαριότητα του σπιτιού, θεωρώ πως συνεχίζεται η αναπαραγωγή παλαιών στερεοτύπων ανάμεσα στα δύο φύλα.
Το αρσενικό πρότυπο είναι το πρότυπο της απαίτησης και της επιλογής. Όλη η αρσενική διαφήμιση επιμένει στις στρατιωτικές και πουριτανικές αρχές της αδιαλλαξίας, της αποφασιστικότητας και της αρετής. Ο σύγχρονος άντρας ποιότητας είναι απαιτητικός και δεν επιτρέπει στον εαυτό του καμιά αδυναμία. Φροντίζει την εμφάνιση του και ξοδεύει περισσότερα από τη γυναίκα μιας και δε διαπραγματεύεται τις τιμές.
Το θηλυκό πρότυπο επιβάλλει στη γυναίκα να αρέσει στον εαυτό της. Απαιτούνται η αυταρέσκεια και η ναρκισσιστική φροντίδα. Κατά βάθος εξακολουθούμε να καλούμε τους άντρες να παίξουν το στρατιώτη και τις γυναίκες να παίξουν με τον εαυτό τους σαν με τις κούκλες. Η γυναίκα πασχίζει να ικανοποιηθεί μόνο και μόνο για να εισέλθει καλύτερα ως διεκδικούμενο αντικείμενο στον αρσενικό ανταγωνισμό, να αρέσει στον εαυτό της, για να αρέσει και στους άλλους. Το επάγγελμα της «γλάστρας» γυναίκας σε τηλεοπτικές εκπομπές μεγάλης τηλεθέασης επιβεβαιώνει την παραπάνω θέση πως η γυναίκα χρησιμοποιείται ως καταναλωτικό αντικείμενο.
Ο σύγχρονος άντρας, τον βλέπουμε παντού στις διαφημίσεις, καλείται κι αυτός να αρέσει στον εαυτό του. Η χρησιμοποίηση εκ μέρους του καλλυντικών ή το βάψιμο των μαλλιών παύουν να είναι ταμπού. Ως γλάστρα όμως δε νομίζω να χρησιμοποιείται.
Η κατανάλωση φυσικά θέλει καταναλωτές πέρα από το φύλο. Άλλωστε η ύπαρξη unisex ρούχων το επιβεβαιώνει.
Παρότι η ανάμειξη των κοινωνικών και επαγγελματικών καθηκόντων και ρόλων φαίνεται να οδηγεί σε μια ισοτιμία των φύλων, η κατανάλωση θεωρώ πως αναπαράγει έμφυλα πρότυπα και ίσως σε ορισμένα σημεία η δομική και ιεραρχική αντίθεση του αρσενικού και του θηλυκού να ενισχύεται.
Πιστεύω μέσα από τη σύντομη αυτή τοποθέτηση να έθεσα ορισμένους προβληματισμούς για τη θέση της γυναίκας σήμερα, από την οπτική της κατανάλωσης.

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2008

Λέτσιος-ο φωτογράφος



Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση συναντά…το Δημήτρη Λέτσιο
του Τσιμπλούλη Γεράσιμου
Η φωτογραφία άλλοτε ως απεικόνιση της στιγμής που θέλουμε να κρατήσουμε στο χρόνο και άλλοτε ως το μέσο διαμόρφωσης γνώμης και σκέψης, αποτελεί πάντα ένα μάρτυρα, ένα τεκμήριο του παρελθόντος.
Η φωτογραφία δεν είναι μόνο μια αποτύπωση μιας πραγματικότητας, αλλά και ο καθρέφτης των ιδεών, των στερεοτύπων της εποχής που τραβήχτηκε. Η δε σύγκριση με φωτογραφίες του σήμερα που ανήκουν στην ίδια θεματολογία μας βοηθά να δούμε τις τυχόν αλλαγές που έχουν συμβεί στο πεδίο των ιδεών, των συμπεριφορών, στην κοινωνία και στο περιβάλλον γενικά.
Σήμερα η φωτογραφική μηχανή βρίσκεται σε κάθε σπίτι. Ανά πάσα στιγμή ο φωτογραφικός φακός με ένα απλό κλικ χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις μπορεί να αποτυπώσει σκηνές της καθημερινότητάς μας, να κρατήσει στο διάβα του χρόνου αυτά που συγκροτούν τις προσωπικές μνήμες μα και κείνα που ανήκουν στη συλλογική μνήμη.
Η φωτογραφία συνεχίζει να είναι και τέχνη που συμβάλλει στην αισθητική καλλιέργεια, στον προβληματισμό, στο διάλογο του παρελθόντος με το παρόν.
Πριν από λίγο καιρό αποχαιρετήσαμε μια από τις σπουδαιότερες μορφές της ελληνικής φωτογραφίας του 20ου αιώνα το Δημήτρη Λέτσιο που αναπαύεται πια στο κοιμητήρι της Μακρινίτσας, το χωριό που τόσο αγάπησε και πρόβαλε μέσα από το φωτογραφικό του έργο. Η απλή, καθημερινή, βιωματική του σχέση με τον τόπο και τους ανθρώπους έδωσε μέσα από τη ματιά του, την πίσω από το φακό, λήψεις μοναδικής αυθεντικότητας. Οι φωτογραφίες του πέρα από την αισθητική της εικόνας, αποτελούν μοναδικό εργαλείο για την εκπαίδευση και ιδιαίτερα για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση.
Το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας το 2004, αναγνωρίζοντας τον εκπαιδευτικό ρόλο του φωτογραφικού έργου του Δημήτρη Λέτσιου , στο πλαίσιο εορτασμού της παγκόσμιας ημέρας περιβάλλοντος, αποφάσισε να ονομάσει μία από τις αίθουσες του αρχοντικού Βατσαρέα-Μαυράκη (Κ.Π.Ε) σε αίθουσα Δημήτρη Λέτσιου. Σ’ αυτό το χώρο υπάρχει μόνιμη έκθεση με 12 ασπρόμαυρες φωτογραφίες 40Χ40, με θέμα τις κρήνες της Μακρινίτσας. Οι φωτογραφίες αυτές εντάσσονται στο πρόγραμμα του Κ.Π.Ε «Νερό-κρήνες της Μακρινίτσας». Οι μαθητές ξεκινούν τη μελέτη των κρηνών όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί μέσα από το φακό του Δ. Λέτσιου. Στη συνέχεια στο πεδίο η ερευνά τους θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι κρήνες της Μακρινίτσας αποτελούν μνημεία που ζωντανεύουν πτυχές από την παράδοση, τα ήθη και έθιμα του χωριού, συνεχίζουν να συνδέονται με την καθημερινότητα των ντόπιων και συνάμα αποτελούν εμπειρία ζωής για τους επισκέπτες που ανηφορίζουν κοπιαστικά τα καλντερίμια του χωριού.
Μια άλλη μεγάλη ενότητα φωτογραφιών του Δ. Λέτσιου αφορά πορτρέτα ανθρώπων ενταγμένα στο φυσικό ή δομημένο περιβάλλον. Οι άνθρωποι παρουσιάζονται μέσα στο κοινωνικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο. Ιδιαίτερη θέση στο έργο του έχει η γυναίκα, την οποία φωτογραφίζει στο χωράφι, δίπλα στο αλέτρι, στο λιομάζωμα, στη θημωνιά, στο παζάρι, στο χωριό. Γυναίκες της ελληνικής υπαίθρου, γυναίκες του μόχθου… Και αυτές οι φωτογραφίες έγιναν εκπαιδευτικό εργαλείο σε πρόγραμμα του Κ.Π.Ε που αναφερόταν στη σχέση των δύο φύλων. Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε από το Μάρτιο έως και το Μάιο του 2007 και είχε τον τίτλο «οι γυναίκες ταξιδεύουν στο χρόνο… μέσα από το φακό του Δ. Λέτσιου και της Φωτογραφικής Λέσχης Βόλου». Οι μαθητές παρατηρώντας τις φωτογραφίες εντόπισαν τις ασχολίες των γυναικών, μελέτησαν την ενδυμασία τους, ανίχνευσαν τη σχέση με το άλλο φύλο.
Kάθε φορά που κάτι σχεδιάζουμε η σκέψη μας έρχεται στις φωτογραφίες του κυρ Δημήτρη. Έτσι και φέτος το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας ανταποκρινόμενο σε πρόσκληση της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς αποφάσισε να συμμετέχει μαζί με την Κοινότητα Μακρινίτσας στην πανελλήνια εκστρατεία με τίτλο «Περιβάλλον και Πολιτισμός 2008, Το δέντρο της ζωής σε 4 εποχές».
Η εκστρατεία απευθυνόταν στο μαθητικό και το ευρύ κοινό και υλοποιήθηκε από τις 9 έως τις 11 Μαΐου 2008. (Το Κ.Π.Ε. υλοποίησε το πρόγραμμα από τα μέσα Μαρτίου έως και την 5η Ιουνίου). Σκοπός της εκστρατείας ήταν να συνειδητοποιήσουν οι νέοι τους άρρηκτους δεσμούς που συνδέουν την πολιτιστική κληρονομιά με το φυσικό περιβάλλον και να ευαισθητοποιηθούν σε θέματα που αφορούν την προστασία τους.
Το Κ.Π.Ε σχεδίασε εκπαιδευτικό πρόγραμμα που αναφερόταν α) σε λιθανάγλυφα δέντρα που υπάρχουν σε μεταβυζαντινές εκκλησίες και κρήνες της Μακρινίτσας. β) σε εκθέματα (κασέλες) του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου που έχουν το δέντρο ως διακοσμητικό μοτίβο.
Με αφορμή το θάνατο του Δημήτρη Λέτσιου και θέλοντας το Κ.Π.Ε να τιμήσει το έργο του, ενέταξε στις παραπάνω δράσεις και έκθεση φωτογραφίας με τον τίτλο «Δέντρα μέσα από το φακό του Δημήτρη Λέτσιου». Η έκθεση φωτογραφίας φιλοξενήθηκε σε αίθουσα του Λαογραφικού Μουσείου Μακρινίτσας και παρέμεινε για μεγαλύτερο διάστημα από αυτό των εκδηλώσεων.
Αρωγός στις εκπαιδευτικές μας δράσεις που σχετίζονται με φωτογραφίες του Δ. Λέτσιου είναι το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης το οποίο και ευχαριστούμε για την πάντα πρόθυμη ανταπόκρισή του σε κάθε αίτημά μας.
Από τη νέα σχολική χρονιά, 2008-09, θα υλοποιείται το πρόγραμμα που προαναφέρθηκε
Το παρόν κείμενο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό "Μαγνησία", που εκδίδει η ΕΚΠΟΛ (Εταιρεία Κοινωνικής Παρέμβασης και Πολιτισμού της ΝΑΜ)


Βιβλιογραφία:
Δημήτρης Λέτσιος οδοιπορία στο φως και στη σκιά της Ελλάδας (2005), Μουσείο Φωτογραφίας
Θεσσαλονίκης
Το νερό οι κρήνες της Μακρινίτσας (2007) Κ.Π.Ε Μακρινίτσας
Πρόσωπο στη φωτογραφία (2001) Τσιμπλούλης Γεράσιμος ΙΑΚΑ-Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

Θεόφιλος






Mια μέρα στο Μουσείο του Θεόφιλου

εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας
του Τσιμπλούλη Γεράσιμου, Δασκάλου-αν. υπεύθυνου του Κ.Π.Ε.

Από τη θεωρία…
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής μετατόπιση του κέντρου βάρους των μουσειακών λειτουργιών από αυτές που ασχολούνται με τα αντικείμενα σε αυτές που αφορούν την επικοινωνία του μουσείου με το κοινό.[1] Στο περιβάλλον ενός σύγχρονου μουσείου το προς μελέτη υλικό δεν είναι μόνο τα μουσειακά αντικείμενα αλλά και όλα τα στοιχεία που τα τεκμηριώνουν και ενισχύουν το «διάλογο» με τον κάθε επισκέπτη.
Ο πολιτισμός δεν παράγεται στο μουσείο, όμως το μουσείο είναι τόπος (ανα)παράστασης της πολιτισμικής ή κάποιας άλλης παραγωγής. Τόπος (ανα)παράστασης ιστορίας, και άρα τόπος όπου μπορεί να παράγεται πολιτισμική ταυτότητα. [2]
Κάθε μουσειακό αντικείμενο δεν υπάρχει καθεαυτό αλλά αποκτά πολυσήμαντο χαρακτήρα και αξία μέσα από τη διαδικασία της ερμηνευτικής του προσέγγισης. Έτσι ένα αντικείμενο μπορεί παράλληλα να παρουσιαστεί ως έργο τέχνης, ως χρηστικό αντικείμενο, ως σύμβολο αξιών και πομπός κοινωνικών και ιδεολογικών μηνυμάτων που αφορούν και τη σύγχρονη κοινωνία. [3]
Το μουσείο λοιπόν ως ένας οργανισμός στην υπηρεσία της κοινωνίας και του πολιτισμού, εκφράζει τη δυναμική του και συνοψίζει τις τρέχουσες τάσεις στο μουσειακό λόγο και έργο μέσα από την μετατόπισή του:
Από τις συλλογές στην πληροφορία.
Από τη μάθηση στην εμπειρία.
Από τον έλεγχο των ειδικών στον έλεγχο που ασκούν οι κοινωνικές ομάδες.
Από την μονοφωνία στην πολυφωνία.
Τα παιδιά ως επισκέπτες μουσείων έχουν ιδιαίτερες προτιμήσεις. Μεταξύ των άλλων τους αρέσει:
Η επαφή με το παρελθόν και αυθεντικά αντικείμενα μέσω σκηνικών αναπαραστάσεων
και δραματοποιημένων δράσεων.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον να μάθουν πώς ζούσαν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι.
Η συμπλήρωση παιχνιδιών με ερωτήσεις – απαντήσεις.
Το θεατρικό παιχνίδι και η δραματοποίηση.
Τα δημιουργικά- καλλιτεχνικά εργαστήρια.
Η ελευθερία να ανακαλύψουν νέα πράγματα μέσα από τις συλλογές του μουσείου.
Επίσης δεχόμαστε τη θέση πως όλοι οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο, αλλά διαθέτουν ποικίλους τρόπους για την κατανόησή του. Σύμφωνα με τον H. Gardner έχουμε τους εξής τύπους νοημοσύνης:
1. Γλωσσική- λεκτική: κατανόηση και επικοινωνία μέσω του γραπτού και προφορικού λόγου, ενώ η μαθησιακή διαδικασία με την ακρόαση, το διάβασμα, τη συζήτηση.
2. Λογικομαθηματική: κατανόηση και επικοινωνία με τη λογική, την επίλυση προβλημάτων, τη μαθηματική προσέγγιση του κόσμου, ενώ η μαθησιακή διαδικασία με πειραματισμούς και λογικούς συσχετισμούς.
3. Χωροαντιληπτική: κατανόηση, επικοινωνία και μαθησιακή διαδικασία με οπτικά μέσα,
εικόνες διαφάνειες, χάρτες και διαγράμματα.
4. Μουσική: μέσω της αναγνώρισης και δημιουργίας ήχων και ρυθμών επιτυγχάνεται η κατανόηση, η επικοινωνία και η μάθηση.
5. Σωματικοκιναισθητική: η κίνηση του σώματος, τα ομαδικά παιχνίδια και οι δραματοποιήσεις έχουν το καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση του «κόσμου».
6. Διαπροσωπική: η μαθησιακή διαδικασία επιτυγχάνεται με ομαδικές δραστηριότητες που καλλιεργούν το συνεταιρισμό και την επικοινωνία.
7. Ενδοατομική: με αυτοσυγκέντρωση και αυτογνωσία.

Το πρόγραμμα "ΜΕΛΙΝΑ Εκπαίδευση και Πολιτισμός" σε συνεργασία με την Ε΄ Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων σχεδιάζει για πρώτη φορά εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το Μουσείο του Θεόφιλου στην Ανακασιά του Πηλίου.
Στη συνέχεια η πρώτη Παιδαγωγική Ομάδα του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας, που την απάρτιζαν οι: Καπλάνης Ξενοφών, Καραδήμας Κωνσταντίνος, Παπαδοπούλου Σοφία, Παπαϊωάννου Άγγελος και Οικονομίδης Δημήτρης, το 2000 κάνει μία τομή στα «στερεότυπα της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης» σχεδιάζοντας και υλοποιώντας το πρόγραμμα «Μια μέρα στο Μουσείο του Θεόφιλου», έχοντας υπόψη τις σύγχρονες αντιλήψεις μάθησης και μουσειοπαιδαγωγικής.
Στόχοι του προγράμματος:
α) Να γίνει πράξη η σύγχρονη αντίληψη που θέλει το Μουσείο σ΄ ένα ζωντανό διάλογο με τους επισκέπτες μαθητές.
β) Να δουν, να παρατηρήσουν και να γνωρίσουν οι μαθητές αντιπροσωπευτικά έργα του Θεόφιλου και μέσα από τα έργα του τον ίδιο το ζωγράφο.
γ) Να γνωρίσουν οι μαθητές στοιχεία της Τοπικής Ιστορίας και Παράδοσης, μα και στοιχεία που αφορούν το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον.
δ) Να συνειδητοποιήσουν εκπαιδευτικοί και μαθητές πως "Μια μέρα στο Μουσείο" μπορεί να προσφέρει γνώση, ευκαιρία για δημιουργική δράση.
Το μουσείο ως χώρος μάθησης αντισταθμίζει ελλείμματα εμπειρίας του σχολείου. Το πρόγραμμα διαμορφωμένο και με ανοιχτές δράσεις και παιχνίδια δίνει τη δυνατότητα σε κάθε παιδί να διαμορφώσει τις δικές του σκέψεις και αντιλήψεις.
Το μουσείο λοιπόν ως χώρος διατήρησης της συλλογικής μνήμης και ιστορίας μέσα από τα υλικά τεκμήρια δίνει τη δυνατότητα στους επισκέπτες - μαθητές να ανιχνεύσουν και να μελετήσουν πολιτιστικές ιδέες και αρχές, κοινωνικές αλλαγές, σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Το μουσείο παύει να είναι ένας μουντός χώρος που τον προσπερνάς στα γρήγορα αλλά μετατρέπεται σε πεδίο δράσης και έρευνας, σε χώρο που μπορείς να νιώσεις χαρά και συγκίνηση.
Η επίσκεψη μας στο Μουσείο του Θεόφιλου-οικία Κοντού στην Ανακασιά του Πηλίου, μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε πολλαπλές αναγνώσεις στο ζωγραφικό έργο που στολίζει τη σάλα του αρχοντικού. Από την οπτική της Περιβαλλοντικής ανακαλύπτουμε πως το τοπικό φυσικό και δομημένο περιβάλλον αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το Θεόφιλο. Κάνοντας επίσης αναφορά στον τρόπο κατασκευής των πινέλων και παραγωγής των χρωμάτων βλέπουμε τη στενή σχέση φυσικού περιβάλλοντος και δημιουργού. Η φύση δίνει τις πρώτες της ύλες και ο Θεόφιλος τις μετουσιώνει σ’ ένα αιώνιο έργο.
Από την οπτική του κριτικού τέχνης μελετούμε αν η συμμετρία, η αναλογία και η προοπτική χαρακτηρίζουν το έργο του. Παρατηρώντας τον πίνακα που εικονίζεται ο Κοντός καβάλα στ’ άλογό του, εύκολα διαπιστώνουμε πως η αναλογία ανάμεσα στον κύρη και στο άλογο παραβιάζεται. Γιατί άραγε; Ίσως ο Θεόφιλος ως ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης του, θέλει να προβάλλει το φίλο και προστάτη του, μέσα από τη ζωγραφιά. Ακολουθώντας τα μυστικά της βυζαντινής αγιογραφίας που γνώρισε από τον παππού τον Κωσταντή, τον αγιογράφο, το πετυχαίνει. Η προσοχή του θεατή αμέσως επικεντρώνεται στον κύρη με τα παχιά κορακιού φρύδια, το μαύρο μουστάκι και τα καλοχτενισμένα μαλλιά, που είναι καβάλα στ’ άλογο του.
Πέρα όμως από τη μίξη των χρωμάτων, τις συνθέσεις άξιο προσοχής και μελέτης είναι και οι επιγραφές που συνοδεύουν τις ζωγραφιές. Μπορεί να είναι ανορθόγραφες και ασύντακτες μας δίνουν όμως και τις επικρατούσες ιδέες της εποχής, όπως συμβαίνει με την επιγραφή στη ζωγραφιά του Ερμή ,«θεός των κλεπτών». Η λαϊκή ρήση «δούλεψε για να ζήσεις και κλέψε για να αποκτήσεις» αποδίδονταν συνήθως στην τάξη των εμπόρων. Ο Θεόφιλος αυτό το γνώριζε , δε ζωγραφίζει όμως κάποιο έμπορο να κλέβει αλλά μέσα από τη μυθολογία περνά το κριτικό σχόλιό του γι’ αυτό που συνέβαινε στις μέρες του.
H μελέτη έργων του Θεόφιλου πέρα από αυτών που συναντάμε στην οικία Κοντού, όπως «το λιομάζεμα» και «μέγα αρτοποιείο» μπορούν να μας δώσουν το έναυσμα να στήσουμε ένα πρόγραμμα Περιβαλλοντικής, Αγωγής Υγείας και Πολιτισμού που θα έχει σχέση με τη γεωργία, το σιτάρι και το ψωμί ,την ελιά και το λάδι.
Η τέχνη μπορεί να γίνει το μέσο που θα ανοίξει νέους δρόμους στις παιδαγωγικές μας αναζητήσεις και προσεγγίσεις, όπου το βίωμα, η γνώση και το συναίσθημα πάνε αντάμα.

Στην πράξη…στο Μουσείο του Θεόφιλου στην Ανακασιά του Πηλίου

  • Υποδοχή των παιδιών στην αυλή του Μουσείου-Ασκήσεις γνωριμίας
  • «Η καλημέρα των χρωμάτων», ένα παραμύθι για μικρούς
  • «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ζωγράφος…» αφήγηση της ζωής και του έργου του Θεόφιλου
  • Χωρισμός σε ομάδες
    Για την πρώτη ομάδα ήρθε η ώρα της ξενάγησης
    Η μουσική… συναντά τα χρώματα και εκείνα απλώνονται στις ζωγραφιές της δεύτερης ομάδας ή εργαζόμαστε στο σχετικό τετράδιο έκδοσης του ΚΠΕ
  • Όλοι μαζί ζωγραφίζουμε κάτι από αυτά που είδαμε, ακούσαμε ή φανταστήκαμε
  • Ώρα του αποχωρισμού… και κύκλο φτιάχνουμε όπου ο καθένας το χρώμα του θα πει.. ίσως και το συναίσθημά του
  • Αξιολόγηση προγράμματος
    Βιβλιογραφία:
    [1] Νικονάνου Νίκη (2005) Ο ρόλος της μουσειοπαιδαγωγικής στα σύγχρονα μουσεία, άρθρο στο τετράδια μουσειολογίας τεύχος 2, 2005, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
    [2] Σκουτέρη -Διδασκλάλου Ε., (1994) Λαογραφικά Μουσεία, Πολιτισμική Ταυτότητα και Ιστορική Μνήμη: Όροι και Επισημάνεις πρακτικά Α΄ Συνάντησης Λαογραφικών Μουσείων στα Πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου, Αθήνα: Ελληνική Εταιρεία Λαογραφικής Μουσειολογίας
    [3] Μούλιου Μάρλεν. (2003) Μουσειακές Εκθέσεις: Από τη θεωρία στην Πράξη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σημείωση:Το Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας το 2006 προχώρησε στην έκδοση του τετραδίου "Θεόφιλος Χατζημιχαήλ-Η γνωριμία με το έργο του είναι ένα παράθυρο στη φύση"για τον εκπαιδευτικό και το μαθητή. Τα κείμενα και ο σχεδιασμός των ασκήσεων είναι του Τσιμπλούλη Γεράσιμου, η σελιδοποίηση και η επιμέλεια της έκδοσης είναι του Γκράσσου Γιώργου και τις διορθώσεις έκανε ο Βίγκλας Παναγιώτης.

Περιβάλλον



Περιβαλλοντικές προκλήσεις

του Τσιμπλούλη Γεράσιμου, Δασκάλου
αν. υπεύθυνου του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας


Η 5η Ιουνίου, παγκόσμια ημέρα περιβάλλοντος, φέρνει στο προσκήνιο τα μεγάλα και μικρά, τα παγκόσμια και τοπικά προβλήματα που σχετίζονται με το περιβάλλον.
Ο συγγραφέας Μακ Κίμπεν μίλησε για «το τέλος της φύσης», γατί ο σημερινός άνθρωπος της Δύσης αντιμετωπίζει τη φύση με τη διαμεσολάβηση της ανθρώπινης τεχνολογίας. Τα επιτεύγματα της δυτικής κοινωνίας στηρίζονται και στη δραστική μείωση της υποταγής του ανθρώπου στις δυνάμεις και στους περιορισμούς της φύσης. Ακόμα και σε εκείνα τα μέρη του κόσμου όπου η παραδοσιακή σχέση συνύπαρξης με τη φύση είναι αισθητή, η ίδια η φύση επηρεάζεται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι ντόπιοι κάτοικοι των τροπικών δασών του Αμαζονίου βλέπουν το φυσικό τους περιβάλλον να αλλάζει από τις αναπτυξιακές πολιτικές. Οι παραδοσιακοί ψαράδες του Ειρηνικού βλέπουν τα αλιεύματά τους να λιγοστεύουν εξαιτίας της «σύγχρονης» αλιείας που επιβάλλουν οι ανεπτυγμένες χώρες. Οι αγροτικές πεδινές εκτάσεις του Μπάνγκλα Ντες, καταστράφηκαν από πλημμύρες στις αρχές του 1991. Αιτία του κακού οι καθοδηγούμενες από τη Δύση τακτικές αποξήρανσης και τα διάφορα αναπτυξιακά προγράμματα που προκάλεσαν διαβρώσεις στα ορεινά. Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλα πολλά παραδείγματα που αναδεικνύουν την ανθρωποκεντρική θεώρηση για το φυσικό περιβάλλον. Η φύση δεν είναι πια αυτό που ήταν.
Ο τρόπος ζωής του πολιτισμού μας διακυβεύεται από το πώς μολύνουμε τον πλανήτη Γη και απειλείται επίσης επειδή εξαντλούμε τους φυσικούς πόρους. Οι δυτικές χώρες είναι οι κύριοι καταναλωτές των πρώτων υλών και οι κύριοι υπεύθυνοι για τη ρύπανση του αέρα και των θαλασσών.
Η άνοδος της θερμοκρασίας στον πλανήτη ή η συσσώρευση των τοξικών αποβλήτων, προβλήματα που απειλούν τη βιωσιμότητα της παρούσας κοινωνίας, τα μελετούμε και τα αναφέρουμε ως προβλήματα μακριά και έξω από μας.
Οι γεωργικές μέθοδοι απειλούν να μειώσουν την ποικιλομορφία στο φυσικό περιβάλλον και να κάνουν το νερό μη πόσιμο. Τα μεταλλαγμένα έρχονται να κατακτήσουν και την ευρωπαϊκή αγορά αγνοώντας τις φωνές διαμαρτυρίας που υψώνουν πολίτες και οργανώσεις. Η βιομηχανία, που μας παρέχει πλούτο και ξεκούραση, μολύνει τη γη και τον αέρα που θέλουμε να απολαύσουμε. Τα ψάρια στο πιάτο της «υγιεινής» διατροφής μας αλιεύθηκαν από τη θάλασσα που δέχεται δωρεάν τα απόβλητα του πολιτισμού μας.
Και εμείς πώς απαντάμε σ’ αυτές τις περιβαλλοντικές προκλήσεις;
Μένουμε σε διαπιστώσεις και σε προτάσεις ή οραματιζόμαστε προηγούμενες κοινωνίες που υποτίθεται ότι βρίσκονταν σε μεγαλύτερη επαφή και αρμονία με τη φύση;
Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτή η άποψη για το παρελθόν ενισχύεται από το πρίσμα υπό το οποίο κοιτάζουμε συνήθως την Ιστορία. Έτσι όταν μελετούμε προηγούμενους πολιτισμούς, τείνουμε να ερμηνεύσουμε την πορεία τους και την κατάρρευσή τους με πολιτικούς και οικονομικούς όρους. Ωστόσο σήμερα έρχονται στο φως της δημοσιότητας μελέτες που εξηγούν την καταστροφή πολιτισμών με οικολογικούς βασικά παράγοντες.
Οι Σέιμουρ και Τζιραρντέ (1990) υποστηρίζουν πως σημαντικοί οικολογικοί παράγοντες βρίσκονται πίσω από την καταστροφή του Μινωικού πολιτισμού. «…Ο πληθυσμός των Κρητών ήταν πολύ μεγάλος κατά τη Μινωική Εποχή. Η Κρήτη έκανε εξαγωγές τροφίμων εκείνο τον καιρό: ο χρυσός, ο χαλκός, οι πολύτιμοι λίθοι και άλλες πολύτιμες πρώτες ύλες που βρέθηκαν σε αφθονία χάρη στις ανασκαφές αγοράστηκαν όλες χάρη στην εξαγωγή τροφίμων. Οι Κρήτες της Μινωικής Εποχής έχασαν την καλλιεργήσιμη γη τους και αυτό αποδυνάμωσε και εντέλει κατέστρεψε τον πολιτισμό τους. Η ηφαιστειακή έκρηξη της Θήρας ήταν μόνο η χαριστική βολή».
Η μελέτη αυτή μας οδηγεί σε δυο σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον καταρρίπτεται κάθε υπέρμετρη ρομαντική άποψη για το πόσο καλή ήταν η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον στο παρελθόν. Δεν είμαστε λοιπόν οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε οικολογικά προβλήματα. Αυτό δεν πρέπει να μας καθησυχάζει, γιατί οδηγούμαστε στο δεύτερο συμπέρασμα πως τα οικολογικά προβλήματα μπορούν να συντελέσουν στην κατάρρευση πολιτισμών και στον αφανισμό ολόκληρων κοινωνιών.
Σήμερα υπάρχει μια αύξηση των ανθρώπων και των οργανώσεων που ασχολούνται με τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Το οικολογικό κίνημα έχει καθιερωθεί ως κοινωνικό.
Οι οικολόγοι μας προτείνουν να επιλέγουμε προϊόντα βιολογικά, συσκευασίες ανακυκλώσιμες, φιλικά προς το περιβάλλον αεροζόλ. Μας καλούν να προστατέψουμε απειλούμενα προς εξαφάνιση ζώα και φυτά του πλανήτη μας. Ζητούν τα περιβαλλοντικά προβλήματα να τίθενται ως προβλήματα προτεραιότητας στην κοινωνία.
Οι οικολογικές ομάδες έπαιξαν το μεγαλύτερο ρόλο για να έλθουν στο προσκήνιο τα Πράσινα ζητήματα, δεν ήρθαν όμως σε απότομες ρήξεις με τις τρέχουσες κοινωνικές συμβάσεις. Δεν προχώρησαν σε κριτική της βασικά καπιταλιστικής «βιομηχανικής κουλτούρας» μας.
Απέναντι στον πράσινο καταναλωτισμό που ουσιαστικά δεν αλλάζει τον τρόπο της ζωής μας, μερικοί οικολόγοι συγκρότησαν μια νέα συνεκτική και ριζοσπαστική Πράσινη σκέψη. Η Πράσινη ιδεολογία θέτει μια πρόκληση σε πολλά από τα αξιώματα του Διαφωτισμού που επικρατούν στην κοινωνία μας. Αμφισβητεί την αφοσίωσή μας στην οικονομική ανάπτυξη και στην υλική πρόοδο. Εξαίρει τη λιτότητα και την αυτοσυγκράτηση. Ευνοεί τον ολισμό έναντι του ατομικισμού. Όλη η φύση δικαιούται τον ίδιο ηθικό σεβασμό που μέχρι τώρα κατέχει ο άνθρωπος.
Οι Πράσινοι παίρνουν στα σοβαρά τα οικολογικά μας προβλήματα. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα για να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας και πρώτων υλών και να ελαττωθεί δραστικά η ρυπογόνα συμπεριφορά μας. Κατά την άποψή τους, πρέπει να μειώσουμε τις απαιτήσεις μας για τα υλικά αγαθά και να μάθουμε να απολαμβάνουμε πιο απλούς και βιώσιμους τρόπους ζωής. Οφείλουμε να προχωρήσουμε στην αποκέντρωση των κοινωνιών μας και να μάθουμε να ζούμε κυρίως με τους πόρους του τόπου μας.
Εμείς τι θα πράξουμε σήμερα και αύριο και ποια θέση θα πάρουμε στις προκλήσεις του περιβάλλοντος ;
«Το περιβάλλον θέλει λίγα από τους πολλούς και όχι πολλά από τους λίγους».

Σημείωση: Το άρθρο στηρίχθηκε σε μελέτη του καθηγητή Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Ούλστερ Steven Yearley για τις περιβαλλοντικές προκλήσεις.